Ο εωρακώς μεμαρτύρηκε

Χειρόγραφο του Άγγελου Σικελιανού (1935), Αρχείο Κ. Μπουρναζάκη
Χειρόγραφο του Άγγελου Σικελιανού (1935), Αρχείο Κ. Μπουρναζάκη

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Επιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!»

Και να· ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Και τότε – μάρτυράς μου να ’ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος –
απ’ το στασίδι που ’μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
– έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος –,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου… Βαγγέλη!»

Κι ακόμα, – μάρτυράς μου να ’ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος –,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Μεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε το μάτια!...

Η μονή Οσίου Λουκά (1933). Φωτ. S. & G. Weinberg
Η μονή Οσίου Λουκά (1933). Φωτ. S. & G. Weinberg

Ο Άγ­γε­λος Σι­κε­λια­νός, «φύ­σε­ως λα­χών θε­α­ζού­σης», σύ­χνα­ζε και ενί­ο­τε εγκα­τα­βιού­σε επί μα­κρόν σε τό­πους λα­τρεί­ας, ελ­λη­νι­κούς και χρι­στια­νι­κούς. Ως φι­λα­κό­λου­θος που ήταν πα­ρα­κο­λου­θού­σε με κα­τά­νυ­ξη τις τε­λε­τουρ­γί­ες ευ­ελ­πι­στώ­ντας ότι κά­πο­τε θα μπο­ρού­σε κι αυ­τός να κα­τα­στεί αυ­τό­πτης και αυ­τή­κο­ος μάρ­τυ­ρας ενός θαύ­μα­τος, που, όπως έγρα­ψε ο Γκαί­τε, εί­ναι το αγα­πη­μέ­νο τέ­κνο της πί­στης. Έχο­ντας δια­βά­σει στο πα­ρελ­θόν εβδο­μη­κο­ντά­κις επτά φο­ρές το προ­κεί­με­νο ποί­η­μα κα­τέ­λη­ξα στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι τα δια­δρα­μα­τι­σθέ­ντα εκεί­νο το βρά­δυ της Ανα­στά­σε­ως στου Όσιου Λου­κά το μο­να­στή­ρι δεν ήταν συμ­φυρ­μός από λο­γο­τε­χνι­κούς τό­πους και μο­τί­βα. Κά­ποιος πυ­ρή­νας αυ­θε­ντι­κό­τη­τας θα πρέ­πει να υπήρ­χε. Κα­τέ­φυ­γα λοι­πόν στα φώ­τα του Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη, του γνω­στού χαλ­κέ­ντε­ρου εκ­δό­τη του Σι­κε­λια­νού, ο οποί­ος ως φοι­τη­τής ανή­κε στον λό­γιο κύ­κλο της Άν­νας Σι­κε­λια­νού, η οποία μά­λι­στα τον εί­χε «στε­φα­νώ­σει», που λέ­με στην Κρή­τη. Τον ρώ­τη­σα λοι­πόν και μου εί­πε ότι η Άν­να, που στο πα­ρελ­θόν νυ­χθη­με­ρόν συ­ζη­τού­σε με τον ποι­η­τή δύ­σβα­τα χω­ρία του έρ­γου του, ανα­φε­ρό­ταν συ­χνά σ’ αυ­τό το πε­ρι­στα­τι­κό, το οποίο εί­χε υψω­θεί στη μι­κρή κοι­νω­νία του Στει­ριού σε Ιστο­ρι­κό Γε­γο­νός. Κά­ποιος αγνο­ού­με­νος του μι­κρα­σια­τι­κού με­τώ­που επέ­στρε­ψε με­τά από χρό­νια στο χω­ρίο του, το Στεί­ρι. Λε­πτο­μέ­ρειες δεν γνώ­ρι­ζε τό­τε η Άν­να, για­τί ο ποι­η­τής, ευ­συ­γκί­νη­τος όπως ήταν, διέ­κο­πτε τη συ­ζή­τη­ση.
Στους πρό­πο­δες του Ελι­κώ­να, το ενι­διαί­τη­μα των Ελι­κω­νιά­δων Μου­σών, έχει οι­κο­δο­μη­θεί ήδη από τον 11ο αιώ­να η Μο­νή του Οσί­ου Λου­κά του εξ Αι­γί­νης. Ο Όσιος (: ασκη­τής κα­θα­για­σμέ­νος) έλα­βε την θεί­αν χά­ριν της προ­φη­τεί­ας και της θαυ­μα­τουρ­γί­ας και η φή­μη του διε­σαλ­πί­σθη όπου ορ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός. Και στις ημέ­ρες μας ακό­μη, το σε­πτό λεί­ψα­νό του ιά­ται «τα συ­ντρίμ­μια των ψυ­χών και των σω­μά­των ημών». Το κτι­ρια­κό συ­γκρό­τη­μα, αλη­θι­νό κα­στρο­μο­νά­στη­ρο, πε­ρι­λαμ­βά­νει σή­με­ρα δύο να­ούς, το κα­θο­λι­κόν και το εκ­κλη­σί­διον τι­μώ­με­νον επ’ ονό­μα­τι της Θε­ο­τό­κου. Σε ικα­νό αριθ­μό ψη­φι­δω­τών και τοι­χο­γρα­φιών που εί­ναι δείγ­μα­τα του κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τι­κου ρεύ­μα­τος της Βυ­ζα­ντι­νής τέ­χνης απει­κο­νί­ζο­νται Αρ­χάγ­γε­λοι και στρα­τιω­τι­κοί Άγιοι, όπως ο Άγιος Μερ­κού­ριος, οι Άγιοι Θε­ό­δω­ροι, ο Άγιος Γε­ώρ­γιος, ο Άγιος Δη­μή­τριος, ο Άγιος Νέ­στωρ κ.ά. Κα­μία έκ­πλη­ξη, επει­δή ακρι­βώς στην ανέ­γερ­ση, τη δια­κό­σμη­ση, και στις ανα­και­νί­σεις του συ­γκρο­τή­μα­τος συ­νέ­βα­λαν δα­ψι­λώς αυ­το­κρά­το­ρες, στρα­τη­γοί, πρού­χο­ντες και το­πάρ­χες της ευ­ρύ­τε­ρης πε­ριο­χής.
Με­γά­λη Πέμ­πτη λοι­πόν και οι γυ­ναί­κες από τα γυ­ρο­τρί­γυ­ρα θρη­νούν τον Υιό του Θε­ού και, χω­ρίς να το γνω­ρί­ζουν, στο πλαί­σιο της θε­ο­κρα­σί­ας θρη­νούν και τον αγα­πη­μέ­νο της Αφρο­δί­της, τον Άδω­νη (: ο Κύ­ριος), που κά­πο­τε ο Άρης με­τα­μορ­φω­μέ­νος σε κά­προ τραυ­μά­τι­σε θα­νά­σι­μα στο μη­ρό. Τα ρό­δα και οι ανε­μώ­νες του ποι­ή­μα­τος (στ. 10 και 14) προ­έρ­χο­νται από τον θρή­νο για τον Άδω­νη που συ­νέ­θε­σε ο Βί­ων από τη Σμύρ­νη, ο ποι­η­τής που ήκ­μα­σε γύ­ρω στο 100 π.Χ.: «Η Αφρο­δί­τη χύ­νει τό­σα δά­κρυα, όσο αί­μα χά­νει και ο Άδω­νις. Όλα τους όμως πά­νω στη γη, γί­νο­νται άν­θη. Το αί­μα γεν­νά κόκ­κι­να τρια­ντά­φυλ­λα και τα δά­κρυα τις ανε­μώ­νες (στ. 64-66). Από τους πα­νάρ­χαιους μύ­θους, τις ποι­η­τι­κές πραγ­μα­τώ­σεις (Σαπ­φώ, Θε­ό­κρι­τος), τις επι­βιώ­σεις της λα­τρεί­ας (Αδώ­νι­δος κή­ποι), η πιο συ­γκι­νη­τι­κή και άμε­σα συ­σχε­τι­ζό­με­νη με το θέ­μα μας μαρ­τυ­ρία προ­έρ­χε­ται από τον Άγιο Ιε­ρώ­νυ­μο, ο οποί­ος στον Πρό­λο­γο της Vulgata ανα­φέ­ρει ότι στο σπή­λαιο όπου κά­πο­τε κλα­ψού­ρι­σε ο μι­κρού­λης Χρι­στός οι γυ­ναί­κες θρη­νού­σαν τον ερα­στή της Αφρο­δί­της. Θα ισχυ­ρι­στεί το πνεύ­μα αντι­λο­γί­ας: «Μα εί­ναι δυ­να­τόν ο Σι­κε­λια­νός να γνώ­ρι­ζε το χω­ρίο αυ­τό του Αγί­ου Ιε­ρω­νύ­μου;» «Βε­βαί­ως», θα του απα­ντού­σα­με πα­ρευ­θύς, για­τί εί­ναι locus conclamatus το οποίο μνη­μο­νεύ­ουν συ­χνά στις με­λέ­τες τους όσοι ασχο­λού­νται με θέ­μα­τα μα­γεί­ας και θρη­σκεί­ας, όπως επί πα­ρα­δείγ­μα­τι ο Sir James George Frazer στο μνη­μειώ­δες έρ­γο του Ο χρυ­σός κλώ­νος. Η ανα­γνω­στι­κή βου­λι­μία του Σι­κε­λια­νού ιδί­ως για τα θέ­μα­τα αυ­τά ήταν αθε­ρά­πευ­τη.
Στη δεύ­τε­ρη και την τρί­τη στρο­φή συ­μπλέ­κο­νται τα θέ­μα­τα του νό­στου, της κοι­νής Ανά­στα­σης, και της αρε­τα­λο­γί­ας του ήρωα. Δεν εί­ναι ο κά­θε νό­στος ευ­χά­ρι­στος ού­τε για τον νο­στή­σα­ντα ού­τε για τους οι­κεί­ους του Ο Αγα­μέ­μνων δο­λο­φο­νεί­ται από την σύ­ζυ­γό του, την Κλυ­ται­μνή­στρα, και τον Αί­γι­σθο. Ο ίδιος ο Οδυσ­σέ­ας ανα­γκά­ζε­ται να εκτε­λέ­σει τους μνη­στή­ρες της Πη­νε­λό­πης, προ­κα­λώ­ντας την ορ­γή των Ιθα­κη­σί­ων. Για την επι­στρο­φή του Άσω­του υιού ο φι­λεύ­σπλα­χνος πα­τέ­ρας του σφά­ζει τον μό­σχο τον σι­τευ­τό, αλ­λά ο πρε­σβύ­τε­ρος αδελ­φός του εξορ­γί­ζε­ται σφό­δρα. Σε άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ο νο­στή­σας δεν εί­ναι πια πα­ρά η σκιά του εαυ­τού του: γέ­ρο­ντας, ανή­μπο­ρος, κα­κο­πο­δο­μέ­νος, ση­μα­δε­μέ­νος, άξιος οί­κτου. Συ­να­να­στή­θη­κε (- sit venia verbo) λοι­πόν ο Βαγ­γέ­λης έστω και χω­λός. Άλ­λω­στε και ο Κύ­ριος πρώ­τα από όλους δεν θε­ρά­πευε τυ­φλούς, χω­λούς και ξη­ρούς; Ας δού­με μό­νο την αι­σιό­δο­ξη πλευ­ρά: Ίσως στο μέλ­λον και ο Βαγ­γέ­λης, μια που ανα­στή­θη­κε κι αυ­τός, θα ξα­να­γί­νει (ωρι­μό­τε­ρων αυ­τή τη φο­ρά) κο­ρι­τσιών το λά­μπα­σμα, έστω κι αν δεν τρα­ντά­ζει πια με τα χο­ρο­πη­δή­μα­τά του τ’ αλώ­νι του Στει­ριού. Η αρ­χαία πα­ροι­μία ἄρι­στα χωλὸς οἰφεῖ και η ομό­θε­μη νο­ελ­λη­νι­κή αφή­νουν πε­ρι­θώ­ρια αι­σιο­δο­ξί­ας. Πό­σοι και πό­σοι χω­λοί δεν διέ­πρε­ψαν πα­ρά την ανα­πη­ρία τους ως κα­τα­κτη­τές αυ­το­κρα­το­ριών και γυ­ναι­κών· ένα πα­ρά­δειγ­μα αρ­κεί: Τα­μερ­λά­νος (Τι­μούρ: ο χω­λός).
Μέ­σα στο ασφυ­κτι­κό κλί­μα του συ­γκρη­τι­σμού η νε­ο­πα­γής θρη­σκεία του χρι­στια­νι­σμού εί­χε την ανά­γκη μαρ­τύ­ρων που ως αυ­τή­κο­οι και αυ­τό­πτες θα επι­βε­βαί­ω­ναν ότι πράγ­μα­τι τα ση­μεία και τέ­ρα­τα που εποί­η­σεν ο Ιη­σούς ήταν αλη­θι­νά. Το βά­ρος της ευ­θύ­νης έπε­φτε στους ώμους του τέ­ταρ­του Ευαγ­γε­λι­στή, που ανέ­λα­βε να συ­μπλη­ρώ­σει τα κε­νά των άλ­λων Ευαγ­γε­λι­στών, των απο­κα­λου­μέ­νων συ­νο­πτι­κών. Ποιος ήταν ο Ιω­άν­νης αυ­τός δεν γνω­ρί­ζου­με. Δεν ήταν πά­ντως ού­τε ο μα­θη­τής τον οποί­ον αγα­πού­σε ο Ιη­σούς, ο επι­στή­θιος φί­λος του, στον οποίο εμπι­στεύ­τη­κε τη φρο­ντί­δα της μη­τέ­ρας του, ού­τε ο Ιω­άν­νης που συ­νέ­γρα­ψε την Απο­κά­λυ­ψη. Το ρ. μαρ­τυ­ρέω λοι­πόν απα­ντά μια φο­ρά στον Ματ­θαίο, δύο στον Λου­κά και 32 στον Ιω­άν­νη. Η λ. μαρ­τυ­ρία επί­σης απα­ντά 3 φο­ρές στον Μάρ­κο, μία στον Λου­κά και 14 στον Ιω­άν­νη. Έχουν επί­σης σχη­μα­τι­σθεί και λο­γο­τυ­πι­κές δο­μές του τύ­που ἑώρα­κα καὶ με­μαρ­τύ­ρη­κα, ὃ ἑώρα­κε καὶ ἤκου­σε τοῦτο μαρ­τυ­ρεῖ, ὁ ἑωρακὼς με­μαρ­τύ­ρη­κε, κ.ά. Στην Απο­κά­λυ­ψη, που γρά­φτη­κε σε χρό­νια απη­νών διωγ­μών, το ρ. μαρ­τυ­ρέω λαμ­βά­νει και τη ση­μα­σία: επι­βε­βαιώ­νω την πί­στη μου και επο­μέ­νως υφί­στα­μαι τις συ­νέ­πειες, δη­λα­δή βα­σα­νί­ζο­μαι και πε­θαί­νω.
Στην τέ­ταρ­τη και εκτε­νέ­στε­ρη στρο­φή του ποι­ή­μα­τος ο ομο­δι­η­γη­μα­τι­κός αφη­γη­τής, δη­λα­δή ο αυ­το­ε­γκω­μια­ζό­με­νος ποι­η­τής, επι­κα­λεί­ται (αφή­νο­ντας με­τέ­ω­ρη την αφη­γη­μα­τι­κή χρο­νι­κό­τη­τα) τρεις φο­ρές για την αλή­θεια των λε­γο­μέ­νων του τη μαρ­τυ­ρία των στί­χων του (για το μο­τί­βο πβ. και Δά­ντης, Θεία Κω­μω­δία, άσμα XVI, 127 κ. εξ.):

            38-39: Και τό­τε – μάρ­τυ­ράς μου να ’ναι ο στί­χος,
                                  ο απλός κι αλη­θι­νός ετού­τος στί­χος –

                44-46: – έτσι όπως το εί­δα ο στί­χος μου το γρά­φει,
                                  ο απλός κι αλη­θι­νός ετού­τος στί­χος –,

                49-50: Κι ακό­μα, – μάρ­τυ­ράς μου να ’ναι ο στί­χος,
                                  ο απλός κι αλη­θι­νός ετού­τος στί­χος –,

Το κα­θέ­να από τα τρία ζευ­γά­ρια των στί­χων, που δια­φέ­ρουν ελά­χι­στα με­τα­ξύ τους («πα­ραλ­λη­λι­σμός με­λών»), πε­ρι­κλεί­ε­ται σε δι­πλές παύ­λες.
Το θαύ­μα λοι­πόν βαί­νει προς την ολο­κλή­ρω­σή του με την αντί­δρα­ση της μά­νας – που στην αν­δρο­κρα­τι­κή κοι­νω­νία του Στει­ριού και το βα­φτι­στι­κό της όνο­μα έχει κα­τα­πο­θεί από το βα­φτι­στι­κό (Γιώρ­γης) του συ­ζύ­γου της– να πε­τά τον κε­φα­λό­δε­σμο και να αγκα­λιά­ζει το ξύ­λι­νο πο­δά­ρι του γιου της. Η λύ­πη της που για μια στιγ­μή με­τα­βάλ­λε­ται σε χαρ­μο­λύ­πη τε­λι­κά πα­γιώ­νε­ται σε απα­στρά­πτου­σα χα­ρά – η αρι­στο­τε­λι­κή πε­ρι­πέ­τεια στη θε­τι­κή της εκ­δο­χή: με­τα­βο­λή εκ δυ­στυ­χί­ας σε ευ­τυ­χία. Και οι συ­ντο­πί­τισ­σες μοι­ρο­λο­γί­στρες με­τα­μορ­φώ­νο­νται· εκεί που έψαλ­λαν γλυ­κά και να­νου­ρι­στά τον τε­λε­τουρ­γι­κό Επι­τά­φιο Θρή­νο, ξε­σπούν στον αυ­το­σχε­δια­στι­κό γόο, την «αξε­θύ­μα­στη του τρό­μου κραυ­γή». Κι ο πέ­πλος που σκε­πά­ζει τα μά­τια του ποι­η­τή; Η έκ­στα­ση, θα ’λε­γα, επε­νερ­γεί. Για­τί όπως επι­ση­μαί­νει στο ακό­λου­θο πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο χω­ρίο της Ποι­η­τι­κής ο Αρι­στο­τέ­λης (1455a32-34): διὸ εὐφυοῦς ἡ ποι­η­τι­κή ἐστιν ἢ μα­νι­κοῦ· τού­των γὰρ οἱ μὲν εὔπλα­στοι οἱ δὲ ἐκστα­τι­κοί εἰσιν. Πά­ντως ο τε­λευ­ταί­ος στί­χος εί­ναι και ο από μη­χα­νής θε­ός για την Έξο­δο του ποι­ή­μα­τος.
Κα­τά τη μα­κρά πε­ρί­ο­δο της ελ­λη­νο­ρω­μαϊ­κής επο­χής, κρι­τι­κοί της λο­γο­τε­χνί­ας και ρη­το­ρο­δι­δά­σκα­λοι ανέ­πτυ­ξαν με βά­ση το αξί­ω­μα του Πρέ­πο­ντος (: η γλώσ­σα και το ύφος γε­νι­κό­τε­ρα πρέ­πει να ται­ριά­ζουν με το θέ­μα) διά­φο­ρες θε­ω­ρί­ες για το ύφος. Ο όρος αυ­τός που εί­ναι με­τα­φο­ρι­κός (: η ύφαν­ση), όπως άλ­λω­στε και το λα­τι­νι­κό textus, απα­ντά για πρώ­τη φο­ρά στο Πε­ρί ύψους του Λογ­γί­νου και με τον και­ρό αντι­κα­τέ­στη­σε τους συ­νώ­νυ­μους χα­ρα­κτήρ, ερ­μη­νεία, αρ­μο­νία. Το ύφος λοι­πόν δια­κρί­νε­ται σε ισχνό, τα­πει­νό ή λι­τό, σε μέ­σο ή μι­κτό ή αν­θη­ρό, και σε με­γα­λο­πρε­πές ή αδρό ή υψη­λό.
Το ισχνό ύφος αρ­μό­ζει σε θέ­μα­τα τα­πει­νά ή τε­τριμ­μέ­να. Πρό­τυ­πό του θε­ω­ρεί­ται ο σπαρ­τιά­της Με­νέ­λα­ος, ο οποί­ος κα­τά την Ἰλιά­δα (Γ 214-215) ἐπι­τρο­χά­δην ἀγό­ρευε, / παῦρα μὲν ἀλλὰ μά­λα λι­γέ­ως. Οι δια­ση­μό­τε­ροι συγ­γρα­φείς που το καλ­λιέρ­γη­σαν ήταν ο Λυ­σί­ας και ο Ξε­νο­φών. Στό­χος του ήταν να δι­δά­ξει και να πεί­σει.
Το ομη­ρι­κό πρό­τυ­πο του μέ­σου (ή μι­κτού ή αν­θη­ρού ή γλα­φυ­ρού) ήταν ο γέ­ρων Νέ­στωρ, τοῦ καὶ ἀπὸ γλώσ­σης μόλ­πος γλυ­κί­ων ῥέεν αὐδή (Α 249). Επι­φα­νέ­στε­ροι από τους εκ­προ­σώ­πους του θε­ω­ρού­νταν ο Ηρό­δο­τος και ο Ισο­κρά­της. Οι στό­χοι του ήταν πρω­τί­στως να τέρ­ψει και να συμ­βου­λεύ­σει.
Το τρί­το εί­δος ήταν το με­γα­λο­πρε­πές (ή αδρό ή υψη­λό, ή και δει­νό), του οποί­ου πρό­τυ­πο ήταν ο Οδυσ­σεύς. Τα λό­για του πο­λυ­μή­χα­νου βα­σι­λιά της Ιθά­κης ήταν ἔπεα νι­φά­δεσ­σιν ἐοι­κό­τα χει­με­ρίῃισιν, δη­λα­δή απα­λά και πυ­κνά (Γ 222). Εκ­πρό­σω­ποί του ο Γορ­γί­ας, ο Θου­κυ­δί­δης, και στην ποί­η­ση ο Αι­σχύ­λος, ο Πίν­δα­ρος κ.ά. Τα ἁμαρ­τή­μα­τα (: αστο­χί­ες) που θα μπο­ρού­σε να πε­ρι­πέ­σει αυ­τό το εί­δος ήταν το οἰδοῦν (πα­ρα­φου­σκω­μέ­νο), το ογκη­ρό, το ψυ­χρόν και το σκλη­ρόν. Στό­χος του ήταν να προ­κα­λέ­σει συ­γκί­νη­ση και να εκ­πλή­ξει.
Ο Heinrich Lausberg, ο οποί­ος ανή­κει στη σει­ρά των με­γά­λων ρω­μα­νι­στών (Curtius, Auerbach, Kayser και Wellek), στη σύ­νο­ψη του κλα­σι­κού εγ­χει­ρι­δί­ου για τη Ρη­το­ρι­κή Στοι­χεία της λο­γο­τε­χνι­κής ρη­το­ρι­κής (Elemente der literarischen Rhetorik), πα­ρα­θέ­τει ένα σχε­διά­γραμ­μα από τον με­σαιω­νι­κό «Τρο­χό του Βιρ­γι­λί­ου» (Rota Virgilii) όπου ο Johannes de Garlandia, με βά­ση τα τρία ση­μα­ντι­κό­τε­ρα έρ­γα του Βιρ­γι­λί­ου Βου­κο­λι­κά, Γε­ωρ­γι­κά και Αι­νειά­δα, ερ­μή­νευ­σε τους τρεις κυ­ριό­τε­ρους τρό­πους γρα­φής. Πώς τα­ξι­νο­μού­νται λοι­πόν τα τρία εί­δη με κρι­τή­ριο έξι ου­σιώ­δεις δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις; Ως ακο­λού­θως.

Έρ­γο                                         Βου­κο­λι­κά                                         Γε­ωρ­γι­κά                                         Αι­νειάς
ύφος (stilus)                     ισχνό, τα­πει­νό                         μέ­σο                                          αδρό, με­γα­λο­πρε­πές, υψη­λό

1. κοι­νω­νι­κή θέ­ση        ποι­μήν, αρ­γό­σχο­λος          γε­ωρ­γός                                     στρα­τιώ­της, άρ­χο­ντας
2. όνο­μα                              Τί­τυ­ρος, Με­λι­βο­εύς           Τρι­πτό­λε­μος, Καί­λιος      
Έκτωρ, Αί­ας
3. ζώο                                        πρό­βα­το                                    βό­δι                                               ίπ­πος
4. όρ­γα­νο                             ρά­βδος                                        άρο­τρο                                       ξί­φος
5. τό­πος                                λι­βά­δια για βο­σκή               αγρός καλ­λιερ­γη­μέ­νος    πό­λη, κά­στρο
6. φυ­τά                                     οξιά                                               οπώ­ρες                                      δάφ­νη, κέ­δρος

Πρέ­πει να ομο­λο­γή­σω ότι ο επο­πτι­κός αυ­τός πί­να­κας διευ­κο­λύ­νει τα μά­λα όποιον απο­τολ­μή­σει, όπως εγώ κα­τά το μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν, να δι­δά­ξει (ανε­πι­τυ­χώς βέ­βαια) αρ­χαί­ους τε­χνο­γρά­φους. Ακό­μη όμως και ο Roland Barthes φαί­νε­ται ότι εντυ­πω­σιά­στη­κε και τον πα­ρέ­θε­σε στο πό­νη­μά του Η αρ­χαία ρη­το­ρι­κή. Μνη­μο­νι­κό βο­ή­θη­μα, μτ­φρ. Πά­νος Αγ­γε­λό­που­λος, εκδ. Petites Maisons, Αθή­να 2020.
Δεν κα­νο­νάρ­χη­σε ασφα­λώς κα­νείς στον Άγ­γε­λο Σι­κε­λια­νό τους σχο­λα­στι­κούς (αλ­λά τό­σο καί­ριους και δι­δα­κτι­κούς) κα­νό­νες των γραμ­μα­τι­κών και των ρη­το­ρο­δι­δα­σκά­λων, αλ­λά ο ίδιος από έν­στι­κτο, από πο­λύ­χρο­νη τρι­βή, από με­γά­λη πεί­ρα, από ποι­η­τι­κό οί­στρο, αυ­το­δί­δα­κτος σαν τον ομη­ρι­κό Δη­μό­δο­κο, απο­φά­σι­σε να προ­σαρ­μό­σει ως έγ­γι­στα το Επύλ­λιόν του στις υπο­δεί­ξεις του αδρού ή με­γα­λο­πρε­πούς ύφους. Έτσι λοι­πόν με βά­ση τον τρο­χό του Βιρ­γι­λί­ου έχου­με:

1. Κοι­νω­νι­κή θέ­ση: Στρα­τιώ­της, ανά­πη­ρος, ήρω­ας του πο­λέ­μου.

2. Όνο­μα: Βαγ­γέ­λης, δη­λα­δή Ευάγ­γε­λος, που απα­ντά για πρώ­τη φο­ρά στον Αι­σχύ­λο ως επί­θε­το και αρ­γό­τε­ρα ως όνο­μα μυ­θι­κών ηρώ­ων και αν­θρώ­πων. Στον χρι­στια­νι­κό κό­σμο βέ­βαια γνώ­ρι­σε ημέ­ρες δό­ξας επει­δή συ­σχε­τί­στη­κε με τον Ευαγ­γε­λι­σμό.

3. Ζώο: Ζώο δεν ανα­φέ­ρε­ται, αλ­λά ως Ρου­με­λιώ­της λε­βέ­ντης άλο­γο θα ίπ­πευε.

4. Όρ­γα­νο: Ξί­φος. Τον και­ρό που ο Βαγ­γέ­λης ήταν αλώ­βη­τος κά­ποιο αγ­χέ­μα­χο ή εκη­βό­λο όπλο θα έφε­ρε πά­νω του.

5. Τό­πος: Το κα­στρο­μο­νά­στη­ρο του Όσιου Λου­κά.

6. Φυ­τά: Άν­θη της Άνοι­ξης, ανε­μώ­νες (το άν­θος του ανέ­μου;) που βλά­στη­σαν εκεί που έπε­σαν τα δά­κρυα της Αφρο­δί­της και κόκ­κι­να τρια­ντά­φυλ­λα εκεί που έπε­σε το αί­μα του Άδω­νι, του μι­κρού θε­ού της εφή­με­ρης βλά­στη­σης.

Το ποι­η­τι­κό πρό­γραμ­μα του Καλ­λι­μά­χου εκτί­θε­ται θε­ω­ρη­τι­κά και εφαρ­μό­ζε­ται στην πρά­ξη στα Αί­τια, μια συλ­λο­γή ολι­γό­στι­χων ποι­η­μά­των με θέ­μα­τα ει­λημ­μέ­να από γρα­πτές και προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, που αφο­ρούν το­πι­κούς μυ­θι­κούς ήρω­ες (τους αντί­στοι­χους Αγί­ους της χρι­στια­νι­κής θρη­σκεί­ας), λα­τρεί­ες από τα πέ­ρα­τα του ελ­λη­νι­σμού, έθι­μα, ονο­μα­το­θε­σί­ες, γε­νι­κά μι­κρά και με­γά­λα πα­ρά­δο­ξα, ή ακό­μα και θαύ­μα­τα. Σε ένα μά­λι­στα από αυ­τά ο Απόλ­λων, μη έχο­ντας άλ­λον πα­ρό­ντα (ή μάλ­λον ανώ­τε­ρό του) να επι­κα­λε­σθεί ως μάρ­τυ­ρα, ορ­κί­ζε­ται στον εαυ­τό του (απ. 114, 5: ναὶ μὰ τὸν αὐτόν ἐμέ), όπως εί­χε κά­νει και ο Γιαχ­βέ (Γεν. 22, 16: κα­τ᾽ ἐμαυ­τοῦ ὤμο­σα λέ­γει Κύ­ριος) και όπως κά­νει ο σιω­πη­λός αλα­φρο­ΐ­σκιω­τος που στο ποί­η­μά μας ακού­μπη­σε στο στα­σί­δι. Το ανώ­τε­ρο ωστό­σο ποί­η­μα του Καλ­λι­μά­χου ήταν η Εκά­λη, ένα ολι­γό­στι­χο επύλ­λιο, που ενώ εί­χε ως κύ­ριο θέ­μα του το κυ­νή­γιο του κά­πρου του Μα­ρα­θώ­νος από τον Θη­σέα, τε­λι­κά την πα­ρά­στα­ση κλέ­βει από τον ήρωα μια χα­ρο­κα­μέ­νη γριού­λα από την ύπαι­θρο της Ατ­τι­κής. Η λε­πτα­λέη Μού­σα του ποι­η­τή πή­γα­ζε από το λε­πτό του αι­σθη­τή­ριο, αλ­λά στη­ρι­ζό­ταν και στη βι­βλια­κή του πο­λυ­μά­θεια και διευ­κο­λυ­νό­ταν από την «πο­λυ­εί­δια», την καλ­λιέρ­γεια ποι­κί­λων ποι­η­τι­κών ει­δών (ύμνοι, ελε­γεί­ες, ίαμ­βοι, επι­γράμ­μα­τα κ.ά.).
Η μυ­στι­κι­στι­κή ιδιο­συ­γκρα­σία του Σι­κε­λια­νού ανα­ζη­τού­σε το Ιε­ρό όπως το εί­χε ορί­σει ο διά­ση­μος θρη­σκειο­λό­γος Rudolf Otto: mysterium tremendum et fascinans. Αυ­τό το τρο­με­ρό και συ­νά­μα σα­γη­νευ­τι­κό μυ­στή­ριο ο ποι­η­τής δεν το ανα­κά­λυ­πτε μό­νο στη θρη­σκεία των Ολυ­μπί­ων, αλ­λά και στον ορ­φι­σμό και στις μυ­στη­ρια­κές λα­τρεί­ες της ελ­λη­νο­ρω­μαϊ­κής επο­χής και φυ­σι­κά και στον χρι­στια­νι­σμό, ιδιαί­τε­ρα στην Ορ­θο­δο­ξία με το υπέρ­λα­μπρο τε­λε­τουρ­γι­κό και τον πλη­θω­ρι­κό της λό­γο, κα­τά βά­ση ποι­η­τι­κό. Γε­νι­κά πά­ντως ο Σι­κε­λια­νός ήταν λά­τρης, όπως ο πλα­τω­νι­κός Σω­κρά­της στον Φαί­δρο, του ηδυ­σμέ­νου προ­φο­ρι­κού λό­γου, τον οποίο υπη­ρε­τού­σε σε κά­θε ευ­και­ρία – κι αυ­τές ήταν πολ­λές: απαγ­γε­λί­ες, θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις, ομι­λί­ες σε συ­νέ­δρια και σε συλ­λό­γους, προ­σφω­νή­σεις σε εκ­δρο­μείς και σε στρα­τιώ­τες, επι­κη­δεί­ους. Το 1938 μά­λι­στα το προ­λό­γι­σμά του στο ρε­σι­τάλ απαγ­γε­λί­ας της Πού­πας Κοκ­κι­νά­κη εί­χε τον τί­τλο «Ο ποι­η­τι­κός προ­φο­ρι­κός Λό­γος και η επο­χή μας».
Αυ­τή η προ­τί­μη­ση στην προ­φο­ρι­κό­τη­τα απο­τυ­πώ­νε­ται και στο ύφος του ποι­ή­μα­τος που μας απα­σχο­λεί, και ει­δι­κό­τε­ρα στα στοι­χεία της ντο­πιο­λα­λιάς που έχουν εγκα­τα­σπα­ρεί στο κεί­με­νο δη­μιουρ­γώ­ντας ένα κλί­μα τρα­χύ­τη­τας και γλυ­κύ­τη­τας συγ­χρό­νως· η απο­στρο­φή της Γιώρ­γαι­νας «Μά­τια μου… Βαγ­γέ­λη», που τό­σο θυ­μί­ζει την απο­στρο­φή της Δή­μαι­νας στον γιο της τον Αφε­ντο­μή­τρο τον Ρου­με­λιώ­τη «Μά­τια μου, μά­τι μου, ο Χρι­στός! ο Χρι­στός!» στο δι­ή­γη­μα του Κω­στή Πα­λα­μά «Ο θά­να­τος του πα­λι­κα­ριού» εί­ναι η εκ βα­θέ­ων κραυ­γή, πό­τε τρυ­φε­ρό­τη­τας και πό­τε από­γνω­σης, της ελ­λη­νί­δας μά­νας.
Το μα­γι­κό ρα­βδί της προ­φο­ρι­κό­τη­τας αγ­γί­ζει και τη στί­ξη, που η χρή­ση της εί­ναι πλη­θω­ρι­κή και πε­ρί­τε­χνη με απο­κο­ρύ­φω­μα τις πα­ρεν­θε­τι­κές δι­πλές παύ­λες που επα­να­λαμ­βά­νο­νται τρεις φο­ρές. Το κομ­ψο­τέ­χνη­μα αυ­τό, για τη χρή­ση του οποί­ου γε­νι­κά δί­νει πο­λύ­τι­μες συμ­βου­λές ο Αν­δρέ­ας Παπ­πάς στα Υπο­γλώσ­σια, κα­λό θα ήταν να με­λε­τη­θεί κά­πο­τε στο σύ­νο­λο του έρ­γου του Σι­κε­λια­νού. Αγ­γί­ζει επί­σης τη δό­μη­ση των πε­ριό­δων. Αν θε­λή­σει κα­νείς να δια­βά­σει το ποί­η­μα με­γα­λο­φώ­νως θα νιώ­σει να του κό­βε­ται η ανά­σα. Το 1937 μά­λι­στα το ποί­η­μα το­νι­σμέ­νο από τον Μα­νό­λη Κα­λο­μοί­ρη απήγ­γει­λε σε συμ­φω­νι­κή συ­ναυ­λία στο θέ­α­τρο Ολύ­μπια ο συ­ντο­πί­της και στε­νός φί­λος του ποι­η­τή, ο ρα­δι­νός και με­γα­λο­πρε­πής Τ. Ζ. Κα­ρού­σο με τη σπη­λαιώ­δη φω­νή του, η οποία μας τρό­μα­ζε στις ται­νί­ες του, για­τί ήμα­στε παι­διά και ως εκ τού­του ένο­χοι λό­γω, έρ­γω ή δια­νοία. Ένας ευ­πα­τρί­δης λοι­πόν, ένα ατα­λά­ντευ­τος δη­μο­κρά­της, ένας με­γά­λος καλ­λι­τέ­χνης. Την καί­ρια συμ­βο­λή του μα­κρο­πε­ρί­ο­δου λό­γου («κα­τε­στραμ­μέ­νη λέ­ξις») και της τρα­χύ­τη­τας υπο­γραμ­μί­ζει προ­σκο­μί­ζο­ντας πα­ρα­δείγ­μα­τα ο ρη­το­ρο­δι­δά­σκα­λος Δη­μή­τριος στο πρα­κτι­κό εγ­χει­ρί­διο υφο­λο­γί­ας που φέ­ρει τον τί­τλο Πε­ρί ερ­μη­νεί­ας (§ 44-49) και το οποίο εξέ­δω­σε το 2010 υπο­δειγ­μα­τι­κά (ει­σα­γω­γή, κεί­με­νο, με­τά­φρα­ση, σχό­λια) ο Νι­κό­λα­ος Α. Ε. Κα­λο­σπύ­ρος – εί­θε κά­πο­τε ο γραμ­μα­τι­κό­τα­τος με­λε­τη­τής να διε­ρευ­νή­σει αυ­τά τα υφι­κά φαι­νό­με­να στον με­γα­λο­φω­νό­τα­το ποι­η­τή μας.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γα­λί­της Γ., Ι. Κα­ρα­βι­δό­που­λος, Ι. Γα­λά­νης, Π. Βα­σι­λειά­δης (επιμ.). Η Και­νή Δια­θή­κη, Ελ­λη­νι­κή Βι­βλι­κή Εται­ρία, Αθή­να 1989.
Δη­μή­τριος, Πε­ρί ερ­μη­νεί­ας, ει­σα­γω­γή - κεί­με­νο – με­τά­φρα­ση – σχό­λια: Νι­κό­λα­ος Α. Ε. Κα­λο­σπύ­ρος, Δαί­δα­λος - Ι. Ζα­χα­ρό­που­λος, 2010.
Παπ­πάς, Αν­δρέ­ας. Υπο­γλώσ­σια. 50 + 1 κεί­με­να για τη γλώσ­σα, Κρι­τι­κή, 2010.
Σαβ­βί­δης, Γ. Π. Ση­μειώ­σεις στον Λυ­ρι­κό Βίο του Άγ­γε­λου Σι­κε­λια­νού, φι­λολ. επιμ. Να­τα­λία Δε­λη­γιαν­νά­κη, Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελ­λη­νι­σμού, Αθή­να 2012.
Σι­κε­λια­νός, Άγ­γε­λος. Αντί­δω­ρο, φι­λολ. επιμ. Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, Ίκα­ρος 2003.
Σι­κε­λια­νός, Άγ­γε­λος. Λυ­ρι­κός Βί­ος Ε΄, φι­λολ. επιμ. Γ. Π. Σαβ­βί­δης, Ίκα­ρος, 1978.
Στα­θο­πού­λου - Χρι­στο­φελ­λή, Μαί­ρη. Υφο­λο­γία και αρ­χαία ελ­λη­νι­κή τε­χνο­γρα­φία, Αθή­να 1992.
Χα­τζη­δά­κη, Να­νώ. Όσιος Λου­κάς. Βυ­ζα­ντι­νή τέ­χνη στην Ελ­λά­δα, Μέ­λισ­σα, 1996.
Frazer, J. G. Ο χρυ­σός κλώ­νος. Με­λέ­τη για τη Μα­γεία και τη Θρη­σκεία, τομ. Γ΄, μτ­φρ. Μπο­νί­τα Μπι­κά­κη, φι­λολ. επιμ. Πα­να­γιώ­της Καρ­μα­τζός, εκδ. Εκά­τη, 1992.
Hopkinson, Neil (επιμ.). A Hellenistic Anthology, Cambridge University Press, Καί­μπριτζ 1988.
Lausberg, Heinrich. Elemente der literarischen Rhetorik, Max Hueber Verlag, Μό­να­χο ⁵1976.
Marsh, John. The Gospel of St. John, Penguin Books 1979.
Russell, D. A. Λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή στην αρ­χαιό­τη­τα, μτ­φρ. Αρ­γύ­ρης Πα­πα­συ­ριό­που­λος, επιμ. Όλ­γα Ν. Μπε­ζε­ντά­κου, Ιν­στι­τού­το του βι­βλί­ου - Α. Καρ­δα­μί­τσα, 2013.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: