Ο Σικελιανός μέσα από τα μάτια του Σεφέρη

Ο Γιώργος Σεφέρης, Άγκυρα 1948. Πηγή: «Οι φωτογραφίες του Γιώργου Σεφέρη», ΜΙΕΤ 2000
Ο Γιώργος Σεφέρης, Άγκυρα 1948. Πηγή: «Οι φωτογραφίες του Γιώργου Σεφέρη», ΜΙΕΤ 2000


Ας πού­με, θα­λε­ρό

(Γιώρ­γος Βέ­ης, Βλέ­πω)

Το να μι­λή­σει κα­νείς για τον Άγ­γε­λο Σι­κε­λια­νό δεν εί­ναι εύ­κο­λο. Εί­ναι πο­λύς, πλα­τύς και βα­θύς και με­γά­λος. Μό­νο ψη­φί­δες από το έρ­γο του μπο­ρεί να απο­μο­νώ­σει κα­νείς κι εκεί επά­νω να στα­θεί για λί­γο, αφή­νο­ντας την ένο­χη συ­νεί­δη­ση στην άκρη και ζη­τώ­ντας συγ­γνώ­μη από τον με­γά­λο μύ­στη.
Ο συ­στη­μα­τι­κός με­λε­τη­τής του Άγ­γε­λου Σι­κε­λια­νού, στην κα­θη­με­ρι­νή ζωή αλ­λά και στην ποί­η­ση, Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης θα ανα­γκα­στεί πολ­λές φο­ρές να σχο­λιά­σει στά­σεις, λό­για, συ­μπε­ρι­φο­ρές. Για κεί­νο που τον δυ­σα­ρε­στεί δια­θέ­τει το αντί­δο­το: «Κι όμως έχει γρά­ψει την Ιε­ρά οδό», πράγ­μα που ση­μαί­νει πως αυ­τό και μό­νο το ποί­η­μα κά­νει τον Σε­φέ­ρη να πα­ρα­βλέ­πει το ογκώ­δες και πο­μπώ­δες ύφος του Σι­κε­λια­νού, ο οποί­ος συ­μπε­ρι­φε­ρό­ταν –ή μή­πως ήταν;- σαν θε­ός επί της γης. Οι ανα­φο­ρές του Σε­φέ­ρη στον Σι­κε­λια­νό δεί­χνουν ότι, πί­σω από τα όποια σχό­λια, υπάρ­χει μια πο­λύ βα­θιά συ­γκί­νη­ση και υπό­γεια σχέ­ση. Από τις Μέ­ρες επι­λέ­γω τις κα­τα­γρα­φές εκεί­νες που απο­δει­κνύ­ουν αυ­τά ακρι­βώς τα δύο: συ­γκί­νη­ση και υπό­γεια σχέ­ση.
Ση­μειώ­νει ο Σε­φέ­ρης στις 15 Γε­νά­ρη 1946: «Πρε­μιέ­ρα στο Εθνι­κό [...] Ο Σι­κε­λια­νός, κου­ρα­σμέ­νο πρό­σω­πο, σκού­ρα γυα­λιά [...] Η αρ­ρώ­στια τον εί­χε χτυ­πή­σει στα μά­τια τού­τη τη φο­ρά. [...] Σα να τον παίρ­νει ένα βό­λι κά­θε τό­σο∙ πό­τε το πό­δι, πό­τε το χέ­ρι, πό­τε το μά­τι [...] Για­τρεύ­ε­ται από τη λα­βω­μα­τιά και τον βλέ­πεις ξα­νά στα πό­δια του να δια­λα­λά πως εί­ναι ο υγιέ­στε­ρος άν­θρω­πος στην Ελ­λά­δα. Βιά­στη­κα να πάω κο­ντά του και να τον ρω­τή­σω: -Δού­λε­ψα πο­λύ αυ­τό τον και­ρό και κού­ρα­σα τα μά­τια μου. Εί­χα και μια συμ­φό­ρη­ση στο κέ­ντρο του εγκε­φά­λου∙ ένα πράγ­μα που μ’ εν­διέ­φε­ρε πά­ρα πο­λύ –Μα ναι, χρυ­σέ μου, για σκέ­ψου∙ να ’χεις ένα ρου­μπί­νι στη μέ­ση του μυα­λού σου… Αν πε­θά­νει ο Σι­κε­λια­νός, θα εί­μα­στε ασφα­λώς πιο φτω­χοί στην Ελ­λά­δα. Δεν πά­ει χρό­νος που μου έλε­γε: “Εί­μαι στην τρί­τη ήβη, την ήβη του Ηρα­κλή”» (Μέ­ρες Ε΄, σελ. 27-28).

27 Μάη 1946. Στην Αθή­να έχει έρ­θει ο Πολ Ελιάρ∙ μι­λά­ει για Poésie et vérité στο Γαλ­λι­κό Ιν­στι­τού­το. Κα­τα­φθά­νουν, με­τα­ξύ άλ­λων, και όλοι οι δια­νο­ού­με­νοι πο­λι­τι­κοί του φί­λοι. Την άλ­λη μέ­ρα στο «Ατ­τι­κό», με­τα­ξύ των ομι­λη­τών, ο Κα­ζαν­τζά­κης και ο Σι­κε­λια­νός. Ο Σε­φέ­ρης ση­μειώ­νει: «Ο Σι­κε­λια­νός βγά­ζει ένα πλη­θω­ρι­κό λό­γο. Όλα αυ­τά μ’ αρ­ρω­σταί­νουν» (Μέ­ρες Ε΄, σελ. 34).

6 Αυ­γού­στου 1947, ο Σε­φέ­ρης συ­να­ντά τον Σι­κε­λια­νό στο Ζάπ­πειο. Τον ρω­τά για την υγεία του. Κι εκεί­νος απα­ντά: «Ναι, βέ­βαια, έχω πί­ε­ση [...] αλ­λά εί­ναι πί­ε­ση Σι­κε­λια­νού!». Και ο Σε­φέ­ρης σχο­λιά­ζει: «δεν εί­ναι αυ­τός στα μέ­τρα του κό­σμου∙ ο κό­σμος εί­ναι στα μέ­τρα τα δι­κά του» (Μέ­ρες Ε΄, σελ. 106).

10 Νο­έμ­βρη 1947, ο Σε­φέ­ρης εί­ναι στον «Ευαγ­γε­λι­σμό» εγ­χει­ρι­σμέ­νος. «Ήρ­θε ο Σι­κε­λια­νός∙ μου χά­ρι­σε δυο τρια­ντά­φυλ­λα, τα ωραιό­τε­ρα που εί­δα. Και ξέ­ρει να τα προ­σφέ­ρει».

4 Φε­βρουα­ρί­ου 1948: «Προ­χθές τη νύ­χτα στην Κη­φι­σιά… Το πρωί πή­γα ν’ απο­χαι­ρε­τή­σω τον Σι­κε­λια­νό. Κα­τέ­βη­κε στο χολ του ξε­νο­δο­χεί­ου κά­πως κου­ρα­σμέ­νος∙ δεν του αρέ­σει να φαί­νε­ται έτσι. “Μ’ έχει επη­ρε­ά­σει ο θά­να­τος του Γκά­ντι” εί­πε. Σπά­νια βλέ­πω ως πού αι­σθά­νε­ται αυ­τός ο άν­θρω­πος. Θα ξα­να­συ­να­ντη­θού­με άρα­γε;» (Μέ­ρες Ε΄, σελ. 120).

14 Φε­βρουα­ρί­ου 1951, στο Με­γά­λο Πεύ­κο, ο Σε­φέ­ρης ση­μειώ­νει: «Την τε­λευ­ταία φο­ρά, πριν από την Άγκυ­ρα, ήμουν εδώ με τον Σι­κε­λια­νό. Όταν μας αφή­σει, θα εί­ναι κά­μπο­ση ερη­μιά γύ­ρω μας. Ωμή ερη­μιά» (Μέ­ρες Ε΄, σελ. 236).

19 Ιου­νί­ου 1951 πε­θαί­νει ο Σι­κε­λια­νός. Ο Σε­φέ­ρης βρί­σκε­ται στο Λον­δί­νο. Δεν ση­μειώ­νει τί­πο­τα στις Μέ­ρες. Όμως, τη Δευ­τέ­ρα, στις 2 Ιου­λί­ου, θα μι­λή­σει για τον Σι­κε­λια­νό στο BBC: «ανε­βή­κα­με στο στού­ντιο για τη φω­νο­λη­ψία της ομι­λί­ας μου για τον Άγ­γε­λο Σι­κε­λια­νό. Στο σπί­τι μό­λις βα­στού­σα τους λυγ­μούς, πρώ­τη φο­ρά από τον θά­να­τό του» (Μέ­ρες, ς΄, σελ. 24). Η Μα­ρία Στα­σι­νο­πού­λου, στο Χρο­νο­λό­γιο Ερ­γο­γρα­φία Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη, [1900-1971] ση­μειώ­νει ότι η ομι­λία αυ­τή έγι­νε στις 7 Ιου­λί­ου, δη­μο­σιεύ­τη­κε στα Νέα στις 9 Ιου­λί­ου και ανα­δη­μο­σιεύ­τη­κε στην Αγ­γλο­ελ­λη­νι­κή Επι­θε­ώ­ρη­ση, στο τεύ­χος Σε­πτεμ­βρί­ου-Οκτω­βρί­ου 1951. Η ομι­λία βρί­σκε­ται στις Δο­κι­μές Β΄, σελ. 94-100.

Ο Σε­φέ­ρης εί­ναι πο­λύ λι­τός στη συ­μπε­ρι­φο­ρά του και τη λι­τό­τη­τα αυ­τή επι­διώ­κει και στο έρ­γο του. Οι πα­ρα­πά­νω κα­τα­γρα­φές δεί­χνουν πως συ­γκρα­τεί μέ­σα του τα βα­θιά αι­σθή­μα­τα που τρέ­φει για τον Σι­κε­λια­νό, τον οποίο αι­σθά­νε­ται σαν άλ­λο αδελ­φό. Πα­ρά το ότι η επι­φά­νεια δεί­χνει δύο δια­φο­ρε­τι­κούς χα­ρα­κτή­ρες –λι­τός ο ένας, πλη­θω­ρι­κός ο άλ­λος– η υπό­γεια σχέ­ση τους δεί­χνει με­γά­λη συγ­γέ­νεια, όπως θα φα­νεί ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα πιο κά­τω.

Στις 19 Ιου­λί­ου 1932, ο Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης, βρί­σκε­ται στο Λον­δί­νο, και ση­μειώ­νει –για την ακρί­βεια, το προ­σω­πείο του, ο Στρά­της ο Θα­λασ­σι­νός, ση­μειώ­νει– στο ημε­ρο­λό­γιό του: «Προ­τι­μώ μια στά­λα αί­μα από ένα πο­τή­ρι με­λά­νι», στί­χος από το ποί­η­μα «Κυ­ρια­κή», και συ­νε­χί­ζει: «Νο­μί­ζω το δώ­ρο που έχει να εκ­φρά­ζε­ται θα τον κα­τα­στρέ­ψει». Τέσ­σε­ρις μέ­ρες με­τά, στις 23 Ιου­λί­ου, σε άσχη­μη ψυ­χο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση, γρά­φει: «δεν μπο­ρώ να κά­νω τί­πο­τε χω­ρίς αγά­πη, χω­ρίς εν­θου­σια­σμό. Εν­θου­σια­σμός δεν εί­ναι η σω­στή λέ­ξη∙ ας πω κα­τά­νυ­ξη∙ κά­τι τέ­τοιο τέ­λος πά­ντων» και η εγ­γρα­φή της ημέ­ρας τε­λειώ­νει με τη φρά­ση «Στο βά­θος μέ­νω πά­ντα χω­ριά­της» (Μέ­ρες Β΄, σελ. 79-80).

Τα ποι­ή­μα­τα στα οποία συ­να­ντώ­νται οι δύο ποι­η­τές εί­ναι πολ­λά. Εμείς εδώ θα ασχο­λη­θού­με με το «Α΄. Hampstead» και το «Μνή­μη, β΄» Έφε­σος.

Στις 16 Απρι­λί­ου, Κυ­ρια­κή 1933 πε­ρι­γρά­φει το πάρ­κο: «Στο πάρ­κο, το απέ­ρα­ντο αγ­γλι­κό πρά­σι­νο γρα­σί­δι, ορί­ζο­ντας χα­μη­λός και στε­νός. Έχεις την εντύ­πω­ση πως πί­σω από την ακουα­ρέ­λα υπάρ­χει μια πα­ρα­κα­τα­θή­κη ευ­τυ­χί­ας κλει­δω­μέ­νη από τα παι­διά που ήμα­στε όσοι ζού­με. Τρία πρό­σω­πα μπρο­στά μου. Μια σα­ρα­ντά­ρισ­σα γυ­ναί­κα μαυ­ρο­ντυ­μέ­νη… Ένας νέ­ος άντρας [...] κι ένα παι­δά­κι [...] Έχουν μια μι­κρή μπά­λα και παί­ζουν… Παί­ζουν με μια μπά­λα όχι με­γα­λύ­τε­ρη από μια μπά­λα του τέ­νις. Παι­χνί­δι σκυ­λιών. Συλ­λο­γί­στη­κα το αρ­γό γύ­ρι­σμά τους σπί­τι, το φτω­χι­κό κρύο κυ­ρια­κά­τι­κο φα­γη­τό τους.

Α΄. Hampstead

Σαν ένα που­λί με σπα­σμέ­νη φτε­ρού­γα
που θα ’χε χρό­νια μες στον αγέ­ρα τα­ξι­δέ­ψει
σαν ένα που­λί που δεν μπό­ρε­σε να βα­στά­ξει
τον αγέ­ρα και τη φουρ­τού­να
πέ­φτει το βρά­δυ.
Πά­νω στο πρά­σι­νο χορ­τά­ρι
εί­χαν χο­ρέ­ψει όλη τη μέ­ρα τρεις χι­λιά­δες αγ­γέ­λοι
γυ­μνοί σαν ατσά­λι, πέ­φτει το βρά­δυ χλω­μό∙
οι τρεις χι­λιά­δες αγ­γέ­λοι
μα­ζέ­ψαν τα φτε­ρά τους και γε­νή­καν
ένα σκυ­λί
ξε­χα­σμέ­νο
που γα­βγί­ζει
μο­να­χό
και γυ­ρεύ­ει τον αφέ­ντη του
ή τη Δευ­τέ­ρα πα­ρου­σία
ή ένα κό­κα­λο.
Τώ­ρα γυ­ρεύω λί­γη ησυ­χία
θα μου ’φτα­νε μια κα­λύ­βα σ’ ένα λό­φο
ή σε μια ακρο­για­λιά
θα μου ’φτα­νε μπρο­στά στο πα­ρά­θυ­ρό μου
ένα σε­ντό­νι βου­τη­μέ­νο στο λου­λά­κι
απλω­μέ­νο σαν τη θά­λασ­σα
θα μου ’φτα­νε στη γλά­στρα μου
έστω κι ένα ψεύ­τι­κο γα­ρού­φα­λο
ένα κόκ­κι­νο τέ­λι
έτσι που να μπο­ρεί ο αγέ­ρας
ο αγέ­ρας να το κυ­βερ­νά χω­ρίς προ­σπά­θεια
όσο θέ­λει.
Θα ’πε­φτε το βρά­δυ
τα κο­πά­δια θ’ αντι­λα­λού­σαν κα­τε­βαί­νο­ντας στο μα­ντρί τους
σα μια πο­λύ απλή κι ευ­τυ­χι­σμέ­νη σκέ­ψη
και θα ’πε­φτα να κοι­μη­θώ
για­τί δε θα ’χα
ού­τε ένα κε­ρί ν’ ανά­ψω,
φως,
να δια­βά­σω.

Το πε­ρι­στα­τι­κό που κα­τα­γρά­φει ο Σε­φέ­ρης στα 1933 φαί­νε­ται πως απο­τέ­λε­σε το υλι­κό της σύν­θε­σης του «Hampstead», με ελα­φρά με­τά­πλα­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας: Βρά­δυ χλω­μό, σαν πλη­γω­μέ­νο ανή­μπο­ρο που­λί, τα τρία πρό­σω­πα της αφή­γη­σης γί­νο­νται τρεις χι­λιά­δες άγ­γε­λοι. Ένα σκυ­λί που μό­νο ανα­φέ­ρε­ται στο πάρ­κο, στο ποί­η­μα γα­βγί­ζει μο­να­χό …
Ο Σε­φέ­ρης σκέ­φτε­ται αυ­τά τα τρία πρό­σω­πα, «το αρ­γό γύ­ρι­σμά τους σπί­τι» και το «φτω­χι­κό κρύο φα­γη­τό τους», πράγ­μα που «φω­το­γρα­φί­ζει» τον ίδιο, τη δι­κή του επι­στρο­φή στο σπί­τι, τη μο­να­ξιά του και το κρύο, κυ­ριο­λε­κτι­κό και με­τα­φο­ρι­κό. Ο νους του φεύ­γει μα­κριά, στην πα­τρί­δα και, συ­γκε­κρι­μέ­να στο «Θα­λε­ρό» του Άγ­γε­λου Σι­κε­λια­νού. Ο Σι­κε­λια­νός απο­λαμ­βά­νει την από­λυ­τη ευ­δαι­μο­νία στο χω­ριό, κο­ντά στο Κιά­το Κο­ριν­θί­ας που δί­νει και το όνο­μα στον τί­τλο του ποι­ή­μα­τος.
Η ώρα εί­ναι ίδια. Ο ήλιος βα­σι­λεύ­ει και η σε­λή­νη έχει κά­νει την εμ­φά­νι­σή της, «φλο­γά­τη, γε­λα­στή, ζε­στή» και μο­σχο­βο­λούν τα αρώ­μα­τα από τα χόρ­τα, την ώρα που ο Σι­κε­λια­νός επι­στρέ­φει από τα χω­ρά­φια. Πέ­ντε στρο­φές του ποι­ή­μα­τος αφιε­ρώ­νο­νται στην πε­ρι­γρα­φή του το­πί­ου. Στον ήλιο, στη σε­λή­νη, στα χόρ­τα, στη ζέ­στη, στα αρώ­μα­τα, στο σκυ­λί.
Φτά­νει στο σπί­τι και βρί­σκει :

κά­του απ' την κλη­μα­τα­ριά την άγου­ρη …
στο ξά­γνα­ντο το σπί­τι,
σω­στό τρα­πέ­ζι πό­φεγ­γε, λυ­χνά­ρι ομπρός του κρε­μα­στό,
το φως του Aπο­σπε­ρί­τη
[...]

Eκεί κε­ρή­θρα μό­φε­ρε, ψω­μί στα­ρέ­νιο, κρύο νε­ρό
η αρ­χο­ντο­θυ­γα­τέ­ρα/
οπού ’χε από τη δύ­να­μη στον πε­τρω­τό της το λαι­μό
χα­ρά­κι ως πε­ρι­στέ­ρα.·

που η όψη της, σαν της βρα­διάς το λά­μπο, έδει­χνε διά­φω­τη
της παρ­θε­νιάς τη φλό­γα,
κι απ’ τη σφι­χτή της ντυ­μα­σιά, στα στή­θια της τ’ αμά­λα­γα,
χώ­ρι­ζ’ ολόρ­τη η ρώ­γα·

που ομπρός από το μέ­τω­πο σε δυο πλε­ξού­δες τα μαλ­λιά
πλε­μέ­να εί­χε ση­κώ­σει,
σαν τα σκοι­νιά του κα­ρα­βιού, που δε θα μπό­ρει' η φού­χτα
μου ναν της τα χε­ρα­κώ­σει.

Η «αρ­χο­ντο­θυ­γα­τέ­ρα» μοιά­ζει με Κό­ρη του Μου­σεί­ου που ζω­ντά­νε­ψε, αλ­λά και καλ­λο­νή της λαϊ­κής πα­ρά­δο­σης. Ο ποι­η­τής εί­ναι εκ­στα­σια­σμέ­νος από τη φύ­ση, αλ­λά και από την εν­σάρ­κω­σή της στην «αρ­χο­ντο­θυ­γα­τέ­ρα». Δεν μας δια­φεύ­γει το χτέ­νι­σμά της, πα­ρα­δο­σια­κό και αρ­χο­ντι­κό.
Ο σκύ­λος επα­νέρ­χε­ται στην αφή­γη­ση:

Λα­χα­νια­σμέ­νος στά­θη εκεί κι ο σκύ­λος π' αγα­νά­χτη­σε
στα ορ­τά τα μο­νο­πά­τια,
κι ασά­λευ­τος στα μπρο­στι­νά, με κοί­τα­γε, προ­σμέ­νο­ντας,
μια σφή­να μες στα μά­τια·

εκεί τ’ αη­δό­νια ως άκου­γα, τρι­γύ­ρα μου, και τους καρ­πούς
γευό­μουν απ' το δί­σκο,
εί­χα τη γέ­ψη του στα­ριού, του τρα­γου­διού και του με­λιού
βα­θιά στον ου­ρα­νί­σκο...

Έπει­τα από τα χει­ρο­πια­στά και άμε­σα αντι­λη­πτά, ο ποι­η­τής περ­νά­ει στα εσω­τε­ρι­κά:

Σα σε κυ­βέρ­τι γυά­λι­νο μέ­σα μου σά­λευε η ψυ­χή,
πα­σί­χα­ρο με­λίσ­σι,
που όλο κρυ­φά πλη­θαί­νο­ντας γυ­ρεύ­ει σμά­ρια ωσάν τσα­μπιά
στα δέ­ντρα ν' αμο­λή­σει.

Kι ένιω­θα κρού­σταλ­λο τη γη στα πό­δια μου απο­κά­τω­θε
και διά­φα­νο το χώ­μα
για­τί πλα­τά­νια τριέ­τι­κα τρι­γύ­ρα μου υψω­νό­ντα­νε
μ' αδρό, γα­λή­νιο σώ­μα.

Εκεί μ’ ανοί­ξαν το πα­λιό κρα­σί, που πλέ­ριο ευώ­δια­ζε
μες στην ιδρέ­νια στά­μνα,
σαν τη βου­νί­σια μυ­ρω­ου­διά, σύ­ντας βα­ρεί κα­τά­ψυ­χρη
νύ­χτια δρο­σιά τα θά­μνα.

Φλο­γά­τη, γε­λα­στή, ζε­στή, εκεί η καρ­διά μου δέ­χτη­κε
ν’ ανα­παυ­τεί λι­γά­κι
πα σε σε­ντό­νια ευω­δε­ρά από βό­τα­να, και γα­λα­νά
στη βά­ψη από λου­λά­κι…
 

Όλες οι αι­σθή­σεις βρί­σκο­νται σε διέ­γερ­ση∙ ο Σι­κε­λια­νός βλέ­πει, ακού­ει, αι­σθά­νε­ται, γεύ­ε­ται, εκ­στα­σιά­ζε­ται. Δεν πρέ­πει να πε­ρά­σει ασχο­λί­α­στη η γευ­στι­κή εμπει­ρία, η οποία, όπως έχω πει με αφορ­μή το «τσάι» του Μαρ­σέλ Προυστ, σε άλ­λη πε­ρί­στα­ση, λει­τουρ­γεί, εν ευ­ρεία εν­νοία, ως Θεία Κοι­νω­νία. Στο «σω­στό» τρα­πέ­ζι του Θα­λε­ρού, άλ­λω­στε, βρί­σκε­ται και το ψω­μί και το κρα­σί, τα υλι­κά συ­στα­τι­κά της.
Με άλ­λα λό­για, ο Σι­κε­λια­νός στο «Θα­λε­ρό» έχει όλα όσα λεί­πουν του Σε­φέ­ρη στο «Hampstead». Ή, κα­λύ­τε­ρα, θα ήταν να πού­με πως τα δύο ποι­ή­μα­τα εί­ναι η κα­λή όψη και η ανά­πο­δη του ίδιου πράγ­μα­τος. Ο Σι­κε­λια­νός επι­στρέ­φει από τα χω­ρά­φια πα­νευ­τυ­χής και γί­νε­ται από πα­νευ­τυ­χέ­στε­ρος στο σπί­τι. Η ψυ­χή του πα­σί­χα­ρο με­λίσ­σι, ζη­τά­ει να εκτο­ξευ­τεί προς τα έξω και να πλημ­μυ­ρί­σει τα πά­ντα. Εδώ μό­νο με τον εν­θου­σια­σμό της «Τρε­λής ρο­διάς» του Ελύ­τη θα μπο­ρού­σε να συ­γκρι­θεί…
Το ποί­η­μα όμως δεν εξα­ντλεί­ται στην επι­φά­νεια ού­τε στην από­λαυ­ση της στιγ­μής∙ η στιγ­μή εί­ναι κά­τι πα­ρα­πά­νω, εί­ναι η «ακρι­βής στιγ­μή», η στιγ­μή του θαύ­μα­τος εκεί­νη που φέρ­νει τον ποι­η­τή σε επι­κοι­νω­νία με την αιώ­νια φύ­ση, ομορ­φιά και τε­λειό­τη­τα, της οποί­ας τα όσα εξέ­θε­σε ήταν απλώς οι νύ­ξεις. Ο σκύ­λος που τον κοί­τα­ξε στα μά­τια εί­χε κα­τα­λά­βει… Ο Σι­κε­λια­νός στο «διά­φα­νο χώ­μα» και στα «ευω­δε­ρά», «γα­λα­νά» σε­ντό­νια εί­χε επι­κοι­νω­νή­σει με την αιω­νιό­τη­τα.
Από το ποί­η­μα του Σι­κε­λια­νού ο Σε­φέ­ρης κρα­τά­ει τη φύ­ση, αλ­λά συρ­ρι­κνω­μέ­νη στο πάρ­κο, το σκυ­λί, που γα­βγί­ζει και ζη­τά έστω ένα κό­κα­λο ή τη δευ­τέ­ρα πα­ρου­σία και με­τα­τρέ­πει το σπί­τι σε κρύο, όπως και το πε­ρι­βάλ­λον και το φα­γη­τό. Κρα­τά­ει όμως, κυ­ρί­ως, από τον Σι­κε­λια­νό το σε­ντό­νι «βου­τη­μέ­νο στο λου­λά­κι», (μια ανα­λο­γία θά­λασ­σας), προ­σθέ­τει μια γλά­στρα «έστω κι ένα ψεύ­τι­κο γα­ρού­φα­λο». Και νο­σταλ­γεί ή ονει­ρεύ­ε­ται τα κο­πά­δια που θα αντι­λα­λού­σαν και θα έπε­φτε να κοι­μη­θεί για­τί δεν θα εί­χε ού­τε ένα κε­ρί για να ανά­ψει φως να δια­βά­σει. Εδώ θα μπο­ρού­σα­με να επα­να­λά­βου­με εκεί­νο που κα­θ’ υπερ­βο­λή λέ­ει «Στο βά­θος μέ­νω πά­ντα χω­ριά­της», όμως το «χω­ριά­της» εδώ εί­ναι αυ­τός που ζει μα­κριά από την πα­τρί­δα. Εδώ και ο Νί­κος Γκά­τσος «Μια κα­μπά­να μα­κρι­νή βά­φει τον ου­ρα­νό με λου­λά­κι». Ναι, του λεί­πει∙ το κλί­μα, ο ήλιος, η ζέ­στη, η ατμό­σφαι­ρα από αγα­πη­μέ­να πράγ­μα­τα, κα­τα­γραμ­μέ­να στο DNA του. Εί­ναι ο ποι­η­τής λοι­πόν που νιώ­θει σαν έρη­μο σκυ­λί, χω­ρίς αφέ­ντη, χω­ρίς ορί­ζο­ντα, χω­ρίς όρα­μα, σε έναν κό­σμο ψυ­χρό και ξέ­νο. Εί­ναι ο ίδιος που έχει το αί­σθη­μα της ξε­νι­τιάς και της μο­να­ξιάς, όπως πά­ρα πολ­λές φο­ρές επα­να­λαμ­βά­νει στο έρ­γο του, ποι­η­τι­κό και πε­ζό.
«Ο Σε­φέ­ρης και ο Σι­κε­λια­νός αι­σθά­νο­νται πολ­λά πράγ­μα­τα με τον ίδιο τρό­πο» γρά­φει ο Νά­σος Βα­γε­νάς (Ο ποι­η­τής κι ο χορευ­τής, σελ. 202), μό­νο που ο Σε­φέ­ρης «εί­ναι πο­λύ πιο συ­γκρα­τη­μέ­νος στην έκ­φρα­ση της συ­γκί­νη­σής του» και κα­τα­γρά­φει όλες τις λε­πτο­μέ­ρειες της σύ­γκλι­σης των δύο ποι­η­τών.

«Μνή­μη β΄», Έφε­σος

Μι­λού­σε κα­θι­σμέ­νος σ’ ένα μάρ­μα­ρο
που έμοια­ζε απο­μει­νά­ρι αρ­χαί­ου πυ­λώ­να∙ απέ­ρα­ντος δε­ξιά κι άδειος ο κά­μπος
ζερ­βά κα­τέ­βαι­ναν απ’ το βου­νό τ’ από­σκια
[...]

Θυ­μά­μαι ακό­μη∙

τα­ξί­δευε σ’ άκρες ιω­νι­κές, σ’ άδεια κο­χύ­λια θε­ά­τρων
όπου μο­νά­χα η σαύ­ρα σέρ­νε­ται στη στε­γνή πέ­τρα,
κι εγώ τον ρώ­τη­σα: «Κά­πο­τε θα ξα­να­γε­μί­σουν;»
Και μ’ απο­κρί­θη­κε: «Μπο­ρεί, την ώρα του θα­νά­του».
Κι έτρε­ξε στην ορ­χή­στρα ουρ­λιά­ζο­ντας:
«Αφή­στε με ν’ ακού­σω τον αδελ­φό μου!»
Κι ήταν σκλη­ρή η σι­γή τρι­γύ­ρω μας
κι αχά­ρα­γη στο γυα­λί του γα­λά­ζιου.

Ο Σε­φέ­ρης στο «Μνή­μη β΄» με υπό­τι­τλο «Έφε­σος», βρί­σκε­ται μέ­σα στο αρ­χαίο θέ­α­τρο, όπου, όπως φαί­νε­ται συ­να­ντά τον Ηρά­κλει­το, ενώ ο κά­μπος απλώ­νε­ται άδειος. Όμως, οι δύο πρώ­τοι στί­χοι μπο­ρεί και να υπο­δη­λώ­νουν τον Σι­κε­λια­νό που επί­σης επι­σκε­πτό­ταν αρ­χαία θέ­α­τρα και, στην «Ιε­ρά οδό», κα­θό­ταν σε μια πέ­τρα που την εξέ­λα­βε σαν «θρο­νί μοι­ρα­μέ­νο απ’ τους αιώ­νες». Ο στί­χος του Σε­φέ­ρη: «Αφή­στε με ν’ ακού­σω τον αδελ­φό μου» μας επι­τρέ­πει να εν­νο­ή­σου­με τον Ηρά­κλει­το, αλ­λά και τον Σι­κε­λια­νό και για­τί όχι και το Άγ­γε­λο, τον αδελ­φό του που εί­χε πε­θά­νει στις 19 Ιου­νί­ου 1951.
Ο Βα­γε­νάς λέ­ει ότι «ο Σε­φέ­ρης που αι­σθα­νό­ταν βα­θιά τον Ηρά­κλει­το δεν μπο­ρού­σε πα­ρά να έβλε­πε στην ποί­η­ση του Σι­κε­λια­νού την πραγ­μα­το­ποί­η­ση μιας μορ­φής και του δι­κού του ορά­μα­τος. Ο Σι­κε­λια­νός εί­ναι γι’ αυ­τόν ο ου­σια­στι­κό­τε­ρος εκ­φρα­στής του πνεύ­μα­τος του Ηρα­κλεί­του… Ο πρω­τα­γω­νι­στής του ποι­ή­μα­τος («Μνή­μη, β΄») δεν και εί­ναι μό­νο ο Ηρά­κλει­τος αλ­λά και ο Σι­κε­λια­νός: η μορ­φή του σύγ­χρο­νου ποι­η­τή προ­βαλ­λό­με­νη πά­νω ή συγ­χω­νευ­μέ­νη με τη μορ­φή τους αρ­χαί­ου φι­λο­σό­φου» (σελ. 208).
Το αρ­χαίο θέ­α­τρο απα­ντά σε όλους σχε­δόν τους ποι­η­τές, εί­ναι ένα ση­μείο συ­νά­ντη­σης του πα­ρό­ντος με το πα­ρελ­θόν. Ο Σι­κε­λια­νός εμ­φα­νί­ζε­ται στις Δελ­φι­κές εορ­τές, αλ­λά πί­σω του στε­κό­ταν ο Αι­σχύ­λος και στις κερ­κί­δες πα­ρα­κο­λου­θού­σε ο Κα­ρυω­τά­κης. Άρα ο νε­ό­τε­ρος άκου­γε τη φω­νή του πα­λαιό­τε­ρου, μέ­σω του Σι­κε­λια­νού, ήτοι άκου­γε και τους δύο μα­ζί.
Στο «Μνή­μη, β΄», ο Σε­φέ­ρης ακού­ει τον Ηρά­κλει­το μέ­σω Σι­κε­λια­νού ήτοι πά­λι και τους δύο μα­ζί. Η ενό­τη­τα δεν δια­σα­λεύ­ε­ται. Οι δύο τε­λευ­ταί­οι στί­χοι: «Κι ήταν σκλη­ρή η σι­γή τρι­γύ­ρω μας/ κι αχά­ρα­γη στο γυα­λί του γα­λά­ζιου», ση­μαί­νει πως η επι­κοι­νω­νία με ό,τι απου­σιά­ζει, φαι­νο­με­νι­κώς, από την ορ­χή­στρα, έχει επι­τευ­χθεί, όσο κι αν φαί­νε­ται για τον Σε­φέ­ρη ζη­τού­με­νο. Ο Σε­φέ­ρης με τον Σι­κε­λια­νό πί­σω του βρί­σκε­ται στην ίδια ευ­θεία που ενώ­νει το σή­με­ρα με το χθες. Ο Σι­κε­λια­νός εί­ναι ο εν­διά­με­σος κρί­κος. Για να επα­νέλ­θου­με στον Σε­φέ­ρη, η «μνή­μη… εί­ναι ο πό­θος για μιαν ανά­στα­ση πα­ρό­μοια με εκεί­νη του ορά­μα­τος της Άνω Ελ­λά­δας» και εί­ναι αυ­τό που ο Σι­κε­λια­νός απο­κα­λεί «πλέ­ρια μνή­μη» (σελ. 209).

Η Αθη­νά Βο­για­τζό­γλου στο Συ­νο­μι­λί­ες ποι­η­τών, Με­τα­πλά­σεις, πα­ρω­δί­ες και αντί­λο­γοι στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποί­η­ση του 20ού αιώ­να (Gutenberg 2019), με­λε­τά τη ρη­το­ρι­κή τού Σι­κε­λια­νού, την οποία βρί­σκει ότι ο ποι­η­τής θέ­τει στην υπη­ρε­σία του λυ­ρι­σμού. Στο ποί­η­μα «Για­τί βα­θιά μου δό­ξα­σα», το οποίο ο Σι­κε­λια­νός έγρα­ψε λί­γες μέ­ρες με­τά από σο­βα­ρό καρ­δια­κό επει­σό­διο και απο­γοη­τευ­μέ­νος από τη διά­ψευ­ση των ελ­πί­δων που εί­χε από τις Δελ­φι­κές Εορ­τές, προσ­δί­δει με­γα­λύ­τε­ρη δρα­μα­τι­κή έντα­ση, λό­γω της δυ­σαρ­μο­νί­ας της πνευ­μα­τι­κής και κοι­νω­νι­κής αθη­ναϊ­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, σε σχέ­ση με τα ορά­μα­τά του. Η συγ­γρα­φέ­ας θε­ω­ρεί το ποί­η­μα «κα­τά­θε­ση ενός υπαρ­ξια­κού βιώ­μα­τος», «βιο­θε­ω­ρη­τι­κό και κο­σμο­θε­ω­ρη­τι­κό μα­νι­φέ­στο», «μο­να­δι­κό­τη­τα στο πλαί­σιο του Λυ­ρι­κού Βί­ου» με τον ποι­η­τή να κα­τα­θέ­τει την υπέρ­βα­σή του: «να που κι ο μέ­γας Θά­να­τος μου γί­νη­κε αδελ­φός!...». Εί­ναι ένα από τα λί­γα ποι­ή­μα­τα της ελ­λη­νι­κής ποί­η­σης όπου η ρη­το­ρι­κή «τί­θε­ται τό­σο φυ­σι­κά στην υπη­ρε­σία της λυ­ρι­κής συ­γκί­νη­σης», λέ­ει η Βο­για­τζό­γλου.

Αυ­τή τη λυ­ρι­κή συ­γκί­νη­ση –το λυ­ρι­κό συ­ναί­σθη­μα– εί­χε εντο­πί­σει ο Νά­σος Βα­γε­νάς, εκ­φρα­σμέ­νο «με μιαν ακρί­βεια που εξου­δε­τε­ρώ­νει κά­θε κίν­δυ­νο ρη­το­ρεί­ας» (σελ. 197).
Ο Βα­γε­νάς θα πει ακό­μη ότι: «οι ομοιό­τη­τες του Σε­φέ­ρη με τον Σι­κε­λια­νό εί­ναι ου­σια­στι­κό­τε­ρες, από τις ομοιό­τη­τες του Σε­φέ­ρη με οποιον­δή­πο­τε άλ­λον ποι­η­τή της επο­χής του. Για­τί ο Σι­κε­λια­νός εί­ναι ο μό­νος ποι­η­τής έπει­τα από τον Σο­λω­μό, που ξα­ναρ­χί­ζει έναν ζω­τι­κό διά­λο­γο με τον Ερω­τό­κρι­το, ο ποι­η­τής που συ­νε­χί­ζει, δη­μιουρ­γι­κό­τε­ρα από κά­θε άλ­λον, την ελ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση» (σελ. 196).

Ξα­να­γυ­ρί­ζω στις κα­τα­γρα­φές του Σε­φέ­ρη για τα πα­θή­μα­τα του Σι­κε­λια­νού. Τα μά­τια του πά­σχουν και το απο­δί­δει στη δου­λειά. Η συμ­φό­ρη­ση λέ­ει πως τον εν­διέ­φε­ρε, εί­ναι ένα ρου­μπί­νι στο κέ­ντρο του μυα­λού του. Την πί­ε­σή του την θε­ω­ρεί δι­κή του, έξω από τα κοι­νά μέ­τρα. Με άλ­λα λό­για, ο Σι­κε­λια­νός δεν πα­ρα­πο­νιέ­ται πο­τέ για ό,τι έπα­θε, απλώς το ανα­βαθ­μί­ζει σε «δώ­ρο». Εί­ναι πά­ντο­τε άρ­χο­ντας∙ στον τρό­πο που φέ­ρε­ται, στον τρό­πο που προ­σφέ­ρει τα τρια­ντά­φυλ­λα, στον τρό­πο, λέ­νε, που πε­ρί­με­νε, κα­τά τη διάρ­κεια της Κα­το­χής, στην ου­ρά για το συσ­σί­τιο.

Στο μά­κρος μιας γνω­ρι­μί­ας, ο Σε­φέ­ρης συ­χνά θα αφε­θεί στη συ­γκί­νη­σή του και θα μας δεί­ξει το άλ­λο, το κρυμ­μέ­νο, το αλη­θι­νό πρό­σω­πό του:

«Αν πε­θά­νει ο Σι­κε­λια­νός, θα εί­μα­στε ασφα­λώς πιο φτω­χοί στην Ελ­λά­δα»
«Δεν εί­ναι αυ­τός στα μέ­τρα του κό­σμου∙ ο κό­σμος εί­ναι στα μέ­τρα τα δι­κά του»
«Μου χά­ρι­σε δυο τρια­ντά­φυλ­λα, τα ωραιό­τε­ρα που εί­δα. Και ξέ­ρει να τα προ­σφέ­ρει»
«Θα ξα­να­συ­να­ντη­θού­με άρα­γε
«Όταν μας αφή­σει, θα εί­ναι κά­μπο­ση ερη­μιά γύ­ρω μας. Ωμή ερη­μιά»
«Στο σπί­τι μό­λις βα­στού­σα τους λυγ­μούς, πρώ­τη φο­ρά από τον θά­να­τό του».

Κο­ντά στα πα­ρα­πά­νω ας προ­σθέ­σου­με και τα πρώ­τα λό­για του, από την ομι­λία του στο BBC:
«Ο Θά­να­τος του ποι­η­τή εί­ναι η συ­ντέ­λεια μιας γέν­νη­σης. Ο Άγ­γε­λος Σι­κε­λια­νός έπε­σε∙ το έρ­γο του τώ­ρα, έξω από τον ίσκιο του με­γά­λου άντρα, υψώ­νε­ται ακέ­ραιο, κα­τορ­θω­μέ­νο μέ­σα στο από­λυ­το φως». Έτσι άρ­χι­σε ο Σε­φέ­ρης την ομι­λία του.
Ο Σι­κε­λια­νός έπε­σε, το έρ­γο του κα­τορ­θω­μέ­νο υψώ­νε­ται, ο ίσκιος του με­γά­λου άντρα, μέ­σα στο από­λυ­το φως. Αυ­τά εί­ναι τα τέσ­σε­ρα αγκω­νά­ρια του Να­ού που έχτι­σε ο τε­λευ­ταί­ος του εί­δους –μύ­στης, προ­φή­της, ποι­η­τής– της Ελ­λά­δας.

Όλοι οι αριθμοί σελίδων στην παρένθεση παραπέμπουν στο βιβλίο του Νάσου Βαγενά Ο ποιητής και χορευτής, Κέδρος 1980).

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: