ΑΓ­ΓΕ­ΛΟΣ ΣΙ­ΚΕ­ΛΙΑ­ΝΟΣ
(1884-1951)
Επι­μέ­λεια αφιε­ρώ­μα­τος: Αθη­νά Βο­για­τζό­γλου
——— ≈ ———

Στο ξε­κί­νη­μα του 21ου αιώ­να, το 2001, ο Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος έγρα­φε σε ένα αφιέ­ρω­μα της Νέ­ας Εστί­ας:

τα ποι­ή­μα­τα του Σι­κε­λια­νού μπο­ρούν να πε­ρι­μέ­νουν και μια και δύο και τρεις γε­νιές ακό­μη για να ανα­κα­λυ­φθούν από την αρ­χή. Όχι ως μου­σεια­κό εί­δος, όχι επε­τεια­κά και υπό το βά­ρος μιας επε­τεια­κής μνή­μης (αφού όπως εί­πε κι ο ίδιος «τέ­λος κι αρ­χήν η μνή­μη εδώ δεν έχει...»), όχι ως ένα εί­δος φι­λο­λο­γι­κού μνη­μό­συ­νου από «ει­δι­κούς του πνεύ­μα­τος» [...] Αλ­λά σαν ένας ζω­ντα­νός λό­γος που θα έχει πά­ντα κά­τι να πει στους έφη­βους κά­θε επο­χής [...] Οι αλή­θειες που ο Σι­κε­λια­νός κρυ­στάλ­λω­σε σε λό­γο, όσο και να πα­λιώ­σουν γλωσ­σι­κά επει­δή η γλώσ­σα η ίδια εξε­λί­χτη­κε με εντο­νό­τε­ρους απ' ό,τι φαί­νε­ται ρυθ­μούς, θα πα­ρα­μεί­νουν πιο νέ­ες και πιο μελ­λο­ντι­κές από ήδη πα­λιω­μέ­νες «αλή­θειες», δη­λα­δή ψευ­δείς, κρυ­σταλ­λω­μέ­νες σε σύγ­χρο­να γλωσ­σι­κά σχή­μα­τα που μοιά­ζουν ήδη μες στη νε­ό­τη­τά τους γε­ρα­σμέ­να.

Δυο δε­κα­ε­τί­ες πέ­ρα­σαν από τό­τε, και χά­ρη στην πρό­τα­ση που μου έκα­νε λί­γους μή­νες πριν ο Χάρ­της, με το αφιέ­ρω­μα αυ­τό επι­στρέ­φου­με δυ­να­μι­κά στον Σι­κε­λια­νό· όχι επε­τεια­κά, ού­τε ως ένα μνη­μό­συ­νο γραμ­μέ­νο από «ει­δι­κούς», αλ­λά με το κέ­φι και τη ζω­τι­κή ανά­γκη να τον νιώ­σου­με και να τον ανα­δεί­ξου­με, κα­θέ­νας από τη δι­κή του σκο­πιά, τό­σο ως ποι­η­τή που κά­τι ση­μα­ντι­κό έχει να μας πει για την τέ­χνη της ποί­η­σης, όσο και ως φο­ρέα αλη­θειών που πα­ρα­μέ­νουν, ενά­μι­ση σχε­δόν αιώ­να με­τά τη γέν­νη­σή του, εξαι­ρε­τι­κά νέ­ες και γι' αυ­τό ικα­νές να συ­γκι­νή­σουν τους νέ­ους αν­θρώ­πους· αλή­θειες για τη ζω­τι­κή ση­μα­σία της φύ­σης στη ζωή μας, για την ανά­γκη της ει­ρή­νης και της συ­να­δέλ­φω­σης των αν­θρώ­πων, για την αρ­μο­νι­κή συ­νύ­παρ­ξη του πνεύ­μα­τος με το σώ­μα και τις αι­σθή­σεις μας – και άλ­λα πολ­λά. Ποι­η­τές, κρι­τι­κοί, φι­λό­λο­γοι, ερευ­νη­τές, πα­νε­πι­στη­μια­κοί Νε­ο­ελ­λη­νι­στές, φι­λό­σο­φοι, μου­σειο­λό­γοι, με­τα­πτυ­χια­κοί φοι­τη­τές, ενω­θή­κα­με για λί­γο σε έναν κοι­νό σκο­πό: να «ανα­κα­λύ­ψου­με» και πά­λι τον Σι­κε­λια­νό και να ωθή­σου­με το ανα­γνω­στι­κό κοι­νό να τον γνω­ρί­σει.

Το αφιέ­ρω­μα πε­ριέ­χει ποι­κί­λες απο­τι­μή­σεις του Σι­κε­λια­νού ως ποι­η­τή και στο­χα­στή και εν­δια­φέ­ρου­σες σκέ­ψεις για το κρί­σι­μο ζή­τη­μα της ση­μα­σί­ας του για μας σή­με­ρα. Επι­πλέ­ον, ερ­μη­νευ­τι­κές ανα­γνώ­σεις ση­μα­ντι­κών ποι­η­μά­των και τρα­γω­διών του, διε­ρεύ­νη­ση των ποι­η­τι­κών τρό­πων του, των απη­χή­σε­ων άλ­λων δη­μιουρ­γών (Ελ­λή­νων και ξέ­νων, αρ­χαί­ων και νε­ό­τε­ρων) στο έρ­γο του, σχό­λια για τα ημε­ρο­λό­γιά του, για τα επι­και­ρι­κά ποι­ή­μα­τά του, τη με­τρι­κή του, τις φι­λο­σο­φι­κές επιρ­ρο­ές του, τις με­τα­φρά­σεις του έρ­γου του, τη Δελ­φι­κή Ιδέα, κα­θώς και ξε­νά­γη­ση στο μου­σείο που έγι­νε γι' αυ­τόν στη Λευ­κά­δα και πα­ρου­σί­α­ση των πρό­σφα­των προ­σπα­θειών σύν­δε­σής του με όλο το κοι­νω­νι­κό φά­σμα (παι­διά, νέ­ους, άτο­μα με νοη­τι­κές και άλ­λες λει­τουρ­γι­κές δυ­σχέ­ρειες) μέ­σα από ένα και­νο­τό­μο πρό­γραμ­μα. Πολ­λές τέ­χνες συ­να­ντιού­νται εδώ: ένα ποί­η­μα για τον Σι­κε­λια­νό, ζω­γρα­φιές εμπνευ­σμέ­νες από στί­χους του, πλή­θος φω­το­γρα­φιών, σε­λί­δες από ένα ει­κα­στι­κά ευ­ρη­μα­τι­κό πα­ρα­μύ­θι που γρά­φτη­κε με ήρωα τον ποι­η­τή, μια ελά­χι­στα γνω­στή μου­σι­κή εκτέ­λε­ση του «Πνευ­μα­τι­κού εμ­βα­τη­ρί­ου» στη γνω­στή με­λο­ποί­η­ση του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη.
Ευ­τυ­χής σύμ­πτω­ση: τού­τη την άνοι­ξη, μέ­σα στις επό­με­νες εβδο­μά­δες, θα εκ­δο­θούν δυο βι­βλία ση­μα­ντι­κά για την υπό­θε­ση του
Σι­κε­λια­νού. Η μο­νο­γρα­φία της Άρ­τε­μης Λε­ο­ντή Εύα Πάλ­μερ-Σι­κε­λια­νού σε με­τά­φρα­ση Κα­τε­ρί­νας Σχι­νά και μια νέα αν­θο­λο­γία του έρ­γου του ποι­η­τή από τον Χά­ρη Βλα­βια­νό και τον Ευ­ρι­πί­δη Γα­ρα­ντού­δη («Τον άναρ­χο Έρω­τα να νιώ­σω ακέ­ριο»), και τα δυο από τις εκ­δό­σεις Πα­τά­κη.

Γρά­φει για την τέ­χνη του Σι­κε­λια­νού ο Να­πο­λέ­ων Λα­πα­θιώ­της το 1933 σε ένα κεί­με­νο που στα­χυο­λό­γη­σε από τον Τύ­πο του Με­σο­πο­λέ­μου ο Γιώρ­γος Ζε­βε­λά­κης (και το οποίο πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ολό­κλη­ρο στο πα­ρόν αφιέ­ρω­μα):

Η φυ­σιο­γνω­μία του Σι­κε­λια­νού ως λυ­ρι­κού ποι­η­τού και ως αν­θρώ­που, εί­ναι αναμ­φι­σβή­τη­το ότι θ' απα­σχο­λή­ση τους μελ­λο­ντι­κούς ερευ­νη­τάς, με το ρω­μα­λέο, ιδιό­τυ­πο, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πε­ρί­γραμ­μά της. [...] Ο λυ­ρι­κός του πλού­τος, το ακ­μαίο της ποι­η­τι­κής του γο­νι­μό­τη­τος, ο κα­θα­ρά προ­σω­πι­κός του τό­νος, θα πα­ρα­μεί­νουν, δί­χως άλ­λο, μνη­μειώ­δη.

Ενε­νή­ντα χρό­νια έχουν πε­ρά­σει από τό­τε και πράγ­μα­τι επι­στρέ­φου­με και ξα­να­ε­πι­στρέ­φου­με στον Σι­κε­λια­νό. Όποιος θε­λή­σει να πε­ρι­η­γη­θεί στα κεί­με­να που συ­γκε­ντρώ­νο­νται εδώ, ας απο­κο­μί­σει τα δι­κά του συ­μπε­ρά­σμα­τα για την αξία και την επι­και­ρό­τη­τά του στον 21ο αιώ­να.

Ο Άγ­γε­λος Σι­κε­λια­νός (1907). Φωτ. Αρ­χεί­ου Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη


Ο Άγ­γε­λος Σι­κε­λια­νός (Λευ­κά­δα 1884-Αθή­να 1951) εί­ναι ένας από τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους ποι­η­τές της νε­ό­τε­ρης Ελ­λά­δας. Στο εκτε­νές ποι­η­τι­κό έρ­γο του χω­νεύ­ο­νται μνή­μες μιας μα­κραί­ω­νης λο­γο­τε­χνι­κής πα­ρά­δο­σης, από τον Όμη­ρο, τον Πίν­δα­ρο, τη Σαπ­φώ, τον Αι­σχύ­λο, μέ­χρι το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι, τον Σο­λω­μό, τον Κάλ­βο, τον Πα­λα­μά· συγ­χρό­νως, αφο­μοιώ­νο­νται σπου­δαία κεί­με­να της πα­γκό­σμιας γραμ­μα­τεί­ας, από τους λα­τί­νους ποι­η­τές ως τον Δά­ντη και από εκεί ως τον Κιτς, τον Χέλ­ντερ­λιν, τον Ντ' Ανούν­τσιο, τον Κλο­ντέλ. Με­τρι­κά πρω­τεϊ­κός, συ­ντα­κτι­κά πε­ρί­πλο­κος, με πα­ρο­μοιώ­σεις ιδιο­φυ­είς και γε­νι­κά με έναν ποι­η­τι­κό λό­γο που ανα­νέ­ω­σε ου­σια­στι­κά την ποί­η­σή μας, συ­νε­νώ­νει στο έρ­γο του τον φυ­σι­κό κό­σμο στην κά­θε του λε­πτο­μέ­ρεια με τον κό­σμο των ενο­ρα­τι­κών του συλ­λή­ψε­ων. Μό­χθη­σε να κά­νει την ποί­η­ση πρά­ξη μα­ζί με την διά βί­ου πνευ­μα­τι­κή σύ­ντρο­φό του Εύα Πάλ­μερ μέ­σα από τη Δελ­φι­κή Ιδέα, ενώ την πε­ρί­ο­δο της Κα­το­χής, σε πλή­ρη αντί­θε­ση με τη φι­λο­βα­σι­λι­κή νιό­τη του, ύμνη­σε τον αγώ­να του ΕΑΜ και πο­λε­μή­θη­κε για την πο­λι­τι­κή στά­ση του από το εγ­χώ­ριο κα­τε­στη­μέ­νο, που υπέ­σκα­ψε ακό­μη και την υπο­ψη­φιό­τη­τά του για βρα­βείο Νο­μπέλ Λο­γο­τε­χνί­ας. Η ποί­η­σή του αγα­πή­θη­κε όμως ιδιαί­τε­ρα από τους με­τα­γε­νέ­στε­ρους ομο­τέ­χνους του που τι­μή­θη­καν τε­λι­κά με το Νο­μπέλ, τον Σε­φέ­ρη και τον Ελύ­τη, αλ­λά και από τον Ρί­τσο και τους διό­σκου­ρους του ελ­λη­νι­κού υπερ­ρε­α­λι­σμού, και συ­νε­χί­ζει να αρ­δεύ­ει μέ­σα από πολ­λά και δια­φο­ρε­τι­κά ρεύ­μα­τα την ποί­η­σή μας.

ΕΡ­ΓΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓ­ΓΕ­ΛΟΥ ΣΙ­ΚΕ­ΛΙΑ­ΝΟΥ


— Λυ­ρι­κός Βί­ος,
τό­μοι Α´-ΣΤ´, φιλ. επι­μέ­λεια Γ.Π. Σαβ­βί­δης, Ίκα­ρος, 1965-1969.
— Θυ­μέ­λη,
τό­μοι Α´-Γ´, φιλ. επι­μέ­λεια Γ.Π. Σαβ­βί­δης, Ίκα­ρος, 1971-1975.
— Πε­ζός Λό­γος,
τό­μοι Α´-Ε´, φιλ. επι­μέ­λεια Γ.Π. Σαβ­βί­δης, Ίκα­ρος, 1978-1985.
— Πε­ζός Λό­γος,
τό­μος Α', φιλ. επι­μέ­λεια Γ.Π. Σαβ­βί­δης [με προ­σθή­κη Επι­μέ­τρου Β' σε φι­λο­λο­γι­κή επι­μέ­λεια Κώ­στα Μπουρ­να­ζά­κη], Ίκα­ρος, 2001.
— Τρια­ντα­τρία & τρία ανέκ­δο­τα κεί­με­να,
φιλ. επι­μέ­λεια Γ.Π. Σαβ­βί­δης, ΕΛΙΑ, 1981.
— Ανέκ­δο­τα ποι­ή­μα­τα και πε­ζά,
φιλ. επι­μέ­λεια Βι­βέτ Τσαρ­λα­μπά-Κα­κλα­μά­νη, Εστία, 1989.
— Αντί­δω­ρο,
φιλ. επι­μέ­λεια Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, Ίκα­ρος, 2003.
— Μή­τηρ Θε­ού,
φιλ. επι­μέ­λεια Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, Ιδε­ό­γραμ­μα, 2003.
— Κή­ρυγ­μα ηρω­ι­σμού,
φιλ. επι­μέ­λεια Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, Ίκα­ρος, 2004.
—Γράμ­μα­τα,
τό­μοι Α´-Β´, φιλ. επι­μέ­λεια Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, Ίκα­ρος, 2000.
— Γράμ­μα­τα στην Άν­να,
Ίκα­ρος, 1980.
— Γράμ­μα­τα στην Εύα Πάλ­μερ Σι­κε­λια­νού,
φιλ. επι­μέ­λεια Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, Ίκα­ρος, 2008.
— Το αγιο­ρεί­τι­κο ημε­ρο­λό­γιο,
φιλ. επι­μέ­λεια Ιω­άν­να Κων­στα­ντου­λά­κη-Χάν­τζου, Ίδρυ­μα Κώ­στα και Ελέ­νης Ου­ρά­νη, Αθή­να 1988.
— Ιε­ρου­σα­λήμ. Ανέκ­δο­το ημε­ρο­λό­γιο (Απρί­λιος-Μάιος 1921),
φιλ. επι­μέ­λεια Ρί­τσα Φρά­γκου-Κι­κί­λια, Ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα, 2001.
— Συ­νε­ντεύ­ξεις και συ­νο­μι­λί­ες,
φιλ. επι­μέ­λεια Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, Βι­κε­λαία Δη­μο­τι­κή Βι­βλιο­θή­κη, Ηρά­κλειο 2013.
— Αν­θο­λο­γία,
επι­λο­γή-φιλ. επι­μέ­λεια Ζή­σι­μος Λο­ρεν­τζά­τος, γλωσ­σά­ρι Ν.Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, Ίκα­ρος, 1998.
—Τέ­λος κι αρ­χήν η μνή­μη εδώ δεν έχει...,
ει­σα­γω­γή-αν­θο­λό­γη­ση-φιλ. επι­μέ­λεια Κώ­στας Μπουρ­να­ζά­κης, εφ. Η Κα­θη­με­ρι­νή 2014.
— Το κα­τορ­θω­με­νο σώ­μα: ο ποι­η­τής Άγ­γε­λος Σι­κε­λια­νός (1884-1951),
ει­σα­γω­γή – αν­θο­λό­γη­ση - Γιώρ­γος Βαρ­θα­λί­της, εκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2016.
Selected Poetry, ει­σα­γω­γή-με­τά­φρα­ση Edmund Keeley, Philip Sherrard, George Allen & Unwin, 1980.

Χρή­σι­μος ιστό­το­πος:
https://​www.​greek-​lan​guag​e.​gr/...


Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης
Πνευ­μα­τι­κό εμ­βα­τή­ριο
Σε ποί­η­ση Άγ­γε­λου Σι­κε­λια­νού
——
Μέ­τζο σο­πρά­νο: Μα­κα­ρία Ψι­λι­τέλ­λη
Ψάλ­της: Κώ­στας Μι­χα­λα­κό­που­λος
Λαϊ­κός τρα­γου­δι­στής: Πα­να­γιώ­της Κα­ρα­δη­μή­τρης
Αφή­γη­ση: Έφη Στα­μού­λη


Διάρ­κεια 39:05

Η Χο­ρω­δία του Τμή­μα­τος Μου­σι­κών Σπου­δών του ΑΠΘ (προ­ε­τοι­μα­σία-διεύ­θυν­ση: Τρι­σεύ­γε­νη Κα­λο­κύ­ρη)
Η Ορ­χή­στρα του ΑΠΘ (προ­ε­τοι­μα­σία-διεύ­θυν­ση: Δη­μή­τρης Δη­μό­που­λος)

(25 Μαρ­τί­ου 2000:)
συ­ναυ­λία με αφορ­μή την τε­λε­τή ανα­γό­ρευ­σης του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη σε επί­τι­μο δι­δά­κτο­ρα του Τμή­μα­τος Μου­σι­κών Σπου­δών του ΑΠΘ (24 Μαρ­τί­ου 2000)

[ Ανα­πα­ρα­γω­γή με την άδεια τού © ΑΠΘ ]