Βιρ­τζί­νια Γουλφ
(1882-1941)
Πε­ρι­πλα­νή­σεις στο Λον­δί­νο
___________

Ει­σα­γω­γή, επι­μέ­λεια, με­τά­φρα­ση
Βα­σί­λης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου

Τα πρώ­τα έξι κεί­με­να της συλ­λο­γής αυ­τής ―«Οι απο­βά­θρες του Λον­δί­νου», «Στην πα­λίρ­ροια της Ό­ξφορντ Στριτ», «Κα­τοι­κί­ες επι­φα­νών αν­δρών», «Αβα­εία και κα­θε­δρι­κοί να­οί», «Αυ­τή εί­ναι η Βου­λή των Κοι­νο­τή­των», «Η προ­σω­πο­γρα­φία μιας Λον­δρέ­ζας»― δη­μο­σιεύ­τη­καν κά­θε δεύ­τε­ρο μή­να πε­ρί­που το κα­θέ­να στο μα­κρό­βιο πε­ριο­δι­κό ―με κοι­νό κυ­ρί­ως γυ­ναί­κες τις με­σαί­ας τά­ξης―, Good Housekeeping από τον Δε­κέμ­βριο του 1931 ως τον Δε­κέμ­βριο του 1932. Κά­ποια από τα κεί­με­να εί­χαν ανα­κοι­νω­θεί από τη σύ­ντα­ξη του πε­ριο­δι­κού ως μέ­ρη της σει­ράς The London Scene («Η σκη­νή του Λον­δί­νου»). Σε βι­βλίο δη­μο­σιεύ­τη­καν πρώ­τα το 1975 στις ΗΠΑ και το 1982 στη Βρε­τα­νία. Οι πρώ­τες αυ­τές εκ­δό­σεις ωστό­σο, για άγνω­στους μέ­χρι σή­με­ρα λό­γους, δεν συ­μπε­ρι­λάμ­βα­ναν το έκτο κεί­με­νο, το «Η προ­σω­πο­γρα­φία μιας Λον­δρέ­ζας», το οποίο πολ­λοί θε­ω­ρού­σαν χα­μέ­νο ως το 2004, οπό­τε δη­μο­σιεύ­τη­καν και τα έξι κεί­με­να μα­ζί για πρώ­τη φο­ρά. Το έβδο­μο δο­κί­μιο, το «Πε­ρι­διά­βα­ση στους δρό­μους. Μια λον­δρέ­ζι­κη πε­ρι­πέ­τεια», πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πε­ριο­δι­κό The Yale Review τον Οκτώ­βριο του 1927. Το συ­να­ντά­με αρ­γό­τε­ρα στη συλ­λο­γή δο­κι­μί­ων The Death of the Moth and Other Essays (1942) και στον τό­μο Collected Essays IV (1967). Το πα­ρόν αφιέ­ρω­μα έχει τον γε­νι­κό τί­τλο Πε­ρι­πλα­νή­σεις στο Λον­δί­νο, επει­δή όλα τα δο­κί­μια απορ­ρο­φούν τον ανα­γνώ­στη ως πε­ρι­η­γη­τι­κή λο­γο­τε­χνία, εί­ναι απο­τέ­λε­σμα της πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τας και του ρυθ­μού των πλα­νή­των σε δρό­μους και άλ­λους χώ­ρους πό­λε­ων με εμπο­ρι­κή, κοι­νω­νι­κή, θρη­σκευ­τι­κή και λο­γο­τε­χνι­κή βα­ρύ­τη­τα, όπως γνω­ρί­ζου­με τη δρα­στη­ριό­τη­τα αυ­τή από την επο­χή του Μπο­ντλέρ. Η Βιρ­τζί­νια Γουλφ σαν εν­σάρ­κω­ση της κυ­ρί­ας Ντά­λο­γου­εϊ έχει και στα κεί­με­να αυ­τά τη γλώσ­σα, το ύφος, τη μα­τιά που απο­λαμ­βά­νει τον τρό­πο που ο χρό­νος και ο χώ­ρος γύ­ρω της συ­ντο­νί­ζο­νται με τις σκέ­ψεις και τις κι­νή­σεις της, με τη διά­θε­σή της και την ιδιαι­τε­ρό­τη­τα τής μα­τιάς της. Η Γουλφ δη­μιουρ­γεί μια έντο­νη και πυ­κνή ροή λό­γου, την οποία συ­χνά χαί­ρε­ται να διευ­ρύ­νει με τις απο­χρώ­σεις του προ­φο­ρι­κού, πράγ­μα που δί­νει απρό­σμε­νες τρο­πές στη σύ­ντα­ξη των αφη­γή­σε­ων, ενώ ο τό­νος τους συ­χνό­τα­τα έχει δρα­μα­τι­κές κο­ρυ­φώ­σεις. Δεν γί­νε­ται εσω­τε­ρι­κός όμως. Αντί­θε­τα μας πε­ρι­γρά­φει, για­τί απευ­θύ­νε­ται εμ­φα­νώς σ' εμας, με οξύ­τη­τα και με κά­ποια κα­λο­προ­αί­ρε­τη ασέ­βεια, το­πία και αν­θρώ­πους και μας συ­νε­παίρ­νει με την εναλ­λα­γή συ­γκε­κρι­μέ­νων λε­πτο­με­ρειών και γε­νι­κών συ­μπε­ρα­σμά­των εί­τε σε ανοι­χτούς εί­τε σε κλει­στούς χώ­ρους, εί­τε πρό­κει­ται για με­γά­λα και μι­κρά αντι­κεί­με­να εί­τε για συ­μπε­ρι­φο­ρές αν­θρώ­πων. Με λί­γες αιχ­μη­ρές λέ­ξεις επί­σης κα­τα­γρά­φει απο­πνι­χτι­κές πα­τριαρ­χι­κές δο­μές, μα­ταιό­δο­ξες κα­τα­να­λω­τι­κές συ­νή­θειες, ανώ­φε­λες θρη­σκευ­τι­κές αδυ­να­μί­ες και κού­φιες κοι­νω­νι­κές συμ­βα­τι­κό­τη­τες.

Ξε­κι­νώ­ντας με τον στί­χο «Whither, o splendid ship» του ποι­η­τή Robert Bridges (1844-1930), από το ποί­η­μά του «A Passer-by», «Το πε­ρα­στι­κό», η Γουλφ μάς πη­γαί­νει πρώ­τα στο λι­μά­νι του Λον­δί­νου και στην πο­λύ­βουη δρα­στη­ριό­τη­τά του. Εδώ με­τα­ξύ άλ­λων η συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­γρά­φει λέ­ξεις που άκου­σε με το ιδιαί­τε­ρό τους νό­η­μα στις απο­θή­κες του λι­μα­νιού, το οποίο όμως δεν μας απο­κα­λύ­πτει, λέ­ξεις που γνω­ρί­ζου­με με το πιο συ­νη­θι­σμέ­νη τους ση­μα­σία: «valinch», ένα εί­δος με­ταλ­λι­κού σω­λή­να για την εξα­γω­γή πο­τού από την οπή του βα­ρε­λιού· «shrive», εξο­μο­λο­γώ ή δί­νω άφε­ση· «shirt», που­κά­μι­σο αλ­λά και κά­ποιος που εί­ναι άπει­ρος ή σα­χλα­μά­ρας· «flogger», μα­στι­γω­τής αλ­λά και επί­μο­νος πω­λη­τής ή κρά­χτης.

Συ­νε­χί­ζει με την πε­ρι­ή­γη­ση στην εμπο­ρι­κή, πο­λυ­σύ­χνα­στη Oxford Street, στην επι­βλη­τι­κή οδι­κή αρ­τη­ρία Strand με τις επαύ­λεις των ευ­γε­νών, όπως αυ­τές του Cavendish και του Percy. Επι­σκε­πτό­μα­στε κα­τό­πιν τα σπί­τια επι­φα­νών συγ­γρα­φέ­ων, του Charles Dickens (1812-1870), του Samuel Johnson (1709-1784), του ιστο­ρι­κού Thomas Carlyle (1795-1881) στην Cheyne Row, του ιστο­ρι­κού James Anthony Froude (1881-1903) και του ποι­η­τή John Keats (1795-1821) στο Hampstead, όπου έγρα­ψε το διά­ση­μο ποί­η­μά του «Ode to a Nightingale» («Ωδή σ’ ένα αη­δό­νι»).

Αφή­νου­με κα­τό­πιν τους αν­θρώ­πους για λί­γο και μπαί­νου­με σε γνω­στούς να­ούς στο κέ­ντρο του Λον­δί­νου, όπως εί­ναι αυ­τός της St Mary-le-Bow (Πα­να­γία η Αψι­δω­τή). Λέ­γε­ται ότι μό­νον όποιος μπο­ρεί να ακού­σει εκεί όπου δια­μέ­νει τις κα­μπά­νες της ιστο­ρι­κής αυ­τής εκ­κλη­σί­ας θε­ω­ρεί­ται γνή­σιος Λον­δρέ­ζος, ένας Κό­κνεϊ. Φεύ­γου­με με­τά από κει και επι­σκε­πτό­μα­στε τον St Paul’s Cathedral (κα­θε­δρι­κός του Αγί­ου Παύ­λου), όπου εί­ναι θαμ­μέ­νος ο ναύ­αρ­χος Horatio Nelson (1758-1805) και ο ποι­η­τής John Donne (1572-1631). Πη­γαί­νου­με στη συ­νέ­χεια στο γοτ­θι­κό Westminster Abbey, όπου τε­λού­νται οι στέ­ψεις και τα μυ­στή­ρια της βα­σι­λι­κής οι­κο­γέ­νειας και όπου εί­ναι θαμ­μέ­νοι άν­θρω­ποι των τε­χνών, των γραμ­μά­των, των επι­στη­μών και της πο­λι­τι­κής: Ο ποι­η­τής και θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας Ben Johnson (1572-1637), ο φι­λε­λεύ­θε­ρος πο­λι­τι­κός και τε­τρά­κις πρω­θυ­πουρ­γός William Ewart Gladstone (1809-1898), ο συ­ντη­ρη­τι­κός πο­λι­τι­κός και πρω­θυ­πουρ­γός Benjamin Disraeli (1804-1881, ο Ντι­́ζι για τους δι­κούς του, όπως τον ανα­φέ­ρει η Γουλφ πιο κά­τω στο κεί­με­νο), ο ποι­η­τής και θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας John Gray (1685-1732) και οι πο­λυ­σχι­δείς συγ­γρα­φείς Geoffrey Chaucer (1341-1400), Edmund Spenser (1552-99), John Dryden (1631-1700). Από κει πε­τα­γό­μα­στε λί­γο πιο πέ­ρα στη Strand και στον ναό του St Clement Danes (Άγιος Κλή­μης των Δα­νών), κο­ντά στο Royal Court of Justice. Να προ­σθέ­σου­με εδώ ότι οι τρεις αυ­τοί να­οί ήταν έρ­γα του αρ­χι­τέ­κτο­να, αστρο­νό­μου και μα­θη­μα­τι­κού Christopher Wren (1632-1723). Στο ση­μείο αυ­τό της αφή­γη­σής της, στην ηρε­μία που πε­ρι­βάλ­λει τους να­ούς η Γουλφ ανα­φέ­ρει το αρ­χε­τυ­πι­κό επι­στο­λι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα Pamela, του Samuel Richardson (1689-1761).

Ο επό­με­νος σταθ­μός της πλά­νη­τος εί­ναι η Βου­λή των Κοι­νο­τη­́των. Εδώ βρί­σκο­νται τα αγάλ­μα­τα των Gladstone, του φι­λε­λεύ­θε­ρου πο­λι­τι­κού George Leveson Gower, δεύ­τε­ρου κό­μη­τα Granville (1815-1891) και του επί­σης φι­λε­λεύ­θε­ρου John Russell (1782-1878) του κόμ­μα­τος των Ουί­γων. Στη Βου­λή ση­μα­ντι­κές ήταν και οι πα­ρου­σί­ες του συ­ντη­ρη­τι­κού πο­λι­τι­κού και πρω­θυ­πουρ­γού Henry John Temple, λόρ­δου Palmerston (1784-1865), του πρω­θυ­πουρ­γού William Pitt του νε­ό­τε­ρου (1759-1806), του συ­ντη­ρη­τι­κού τριά­κις πρω­θυ­πουρ­γού Stanley Baldwin, πρώ­του κό­μη­τα Baldwin of Bewdley (1867-1947), του συ­ντη­ρη­τι­κού βου­λευ­τή Austin Uvedale Morgan Hudson, πρώ­του βα­ρο­νέ­του (1897-1956), του ηγέ­τη των Ερ­γα­τι­κών Arthur Henderson (1863-1935, κά­το­χου του Νο­μπέλ Ει­ρή­νης το 1934), του νο­μι­κού και πο­λι­τι­κού William Allen Jowitt, πρώ­του κό­μη­τα Jowitt (1885-1957), του σο­σια­λι­στή του κόμ­μα­τος των Ερ­γα­τι­κών James Ramsay MacDonald (1866-1937). Εδώ εμ­φα­νί­ζε­ται πά­λι ο λόρ­δος Palmerston ως ο τό­τε υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών, ο Γερ­μα­νός πρέ­σβης και αρ­γό­τε­ρα με­τα­ξύ άλ­λων υπουρ­γός εξω­τε­ρι­κών Konstantin Freiherr von Ncurath (1873-1956), ο Γάλ­λος πο­λι­τι­κός και εν­δε­κά­κις πρω­θυ­πουρ­γός της χώ­ρας του Aristide Briand (1862-1932, κά­το­χος του Νο­μπέλ Ει­ρή­νης το 1926), ο φι­λό­σο­φος και θε­με­λιω­τής του πο­λι­τι­κού συ­ντη­ρη­τι­σμού Edmund Burke (1729-97), ο βα­σι­λιάς Κά­ρο­λος ο Α΄ της Αγ­γλί­ας, της Ιρ­λαν­δί­ας και της Σκω­τί­ας (γεν­νή­θη­κε το 1599 και εκτε­λέ­στη­κε το 1649), ο Robert Devereaux, δεύ­τε­ρος κο­́μης του Essex (γεν­νή­θη­κε το 1566 και εκτε­λέ­στη­κε 1601), ο Άγ­γλος μι­σθο­φό­ρος στρα­τιώ­της Guy Fawkes (γεν­νή­θη­κε το 1570 και εκτε­λέ­στη­κε το 1606), και ο πο­λι­τι­κός και συγ­γρα­φέ­ας της Ου­το­πί­ας Thomas More (γεν­νή­θη­κε το 1478 και εκτε­λέ­στη­κε το 1535).

Αφή­νου­με εδώ για λί­γο τους ανοι­χτούς, δη­μό­σιους χώ­ρους του Λον­δί­νου και επι­σκε­πτό­μα­στε το σπί­τι της κυ­ρί­ας Crowe, όπου γνω­ρί­ζου­με από κο­ντά τη φα­ντα­στι­κή αυ­τή προ­σω­πι­κό­τη­τα με τα πολ­λά όμως οι­κεία στοι­χεία μιας πραγ­μα­τι­κής Λον­δρέ­ζας της επο­χής. Εδώ επί­σης ακού­με και για τη διά­ση­μη σεξ­πι­ρι­κή ηθο­ποιό Ellen Terry (1847-1928), για την Ιτα­λί­δα ηθο­ποιό Eleonora Duse (1858-1924) και τον Αμε­ρι­κα­νό συγ­γρα­φέα και φί­λο της οι­κο­γέ­νειας Γουλφ Henry James (1843-1916).

Στο τε­λευ­ταίο κεί­με­νο της συλ­λο­γής μας παίρ­νου­με και πά­λι τους δρό­μους του Λον­δί­νου, τη φο­ρά αυ­τή με αφορ­μή την πο­θη­τή αγο­ρά ενός μο­λυ­βιού. Ακού­με κα­τά την πε­ρι­πλά­νη­ση για τον φι­λε­λεύ­θε­ρο πο­λι­τι­κό και πρω­θυ­πουρ­γό David Lloyd George (1863-1945), για τον κυ­́ριο Κά­μινγκς, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο βο­τα­νο­λό­γος και ζω­ο­λό­γος Bruce Frederick Cummings (1889-1919), συγ­γρα­φέ­ας του βι­βλί­ου The Journal of a Disappointed Man, για την πρι­γκί­πισ­σα Μαί­ρη που πι­θα­νόν να εί­ναι η κό­ρη (1897-1965) του βα­σι­λιά Γε­ωρ­γί­ου του Ε' (1865-1936), η οποία εί­χε μια κα­τοι­κία στο Mayfair, για την πο­λύ­χρο­νη βα­σί­λισ­σα Βι­κτω­ρία (1819-1901) και για τον ρο­μα­ντι­κό ποι­η­τή που «πνι­́γ­ηκε προ­́­ωρα» στο Λι­βόρ­νο της Ιτα­λί­ας, τον Percy Bysshe Shelley (1792-1822). Πε­ρι­δια­βαί­νου­με το κε­ντρι­κό και γε­μά­το πρε­σβεί­ες, ακρι­βά κα­τα­στή­μα­τα και πο­λυ­τε­λή ξε­νο­δο­χεία και δια­με­ρί­σμα­τα Mayfair και την πε­ριο­χή του Temple με τα νο­μι­κά ιδρύ­μα­τα και τις ενώ­σεις δι­κα­στι­κών και δι­κη­γό­ρων, κο­ντά στο Royal Court of Justice, το Ανώ­τα­το Δι­κα­στή­ριο της Αγ­γλί­ας.

«Αυ­τή ει­́ναι η αλή­θεια: οι απο­δρά­σεις εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη από­λαυ­ση», γρά­φει η Βιρ­τζί­νια Γουλφ στο τέ­λος του τε­λευ­ταί­ου κει­μέ­νου της συλ­λο­γής αυ­τής. Και έτσι αναι­ρεί­ται και το τέ­λος ως εν­συ­ναί­σθη­τη πρά­ξη και η έν­νοιά του σε ό,τι έχει σχέ­ση με την πε­ρι­πλά­νη­ση και με τις πο­λύ­μορ­φες πε­ρι­γρα­φές της. Απο­λαμ­βά­νου­με μέ­ρη που πε­ρι­δια­βά­ζου­με κα­θώς και όλα τα όντα που συ­να­ντά­με εκεί, απο­λαμ­βά­νου­με κεί­με­να που μας πε­ρι­δια­βά­ζουν, απο­λαμ­βά­νου­με τον ρυθ­μό και τον τό­νο της ίδιας της πε­ρι­διά­βα­σης, απο­λαμ­βά­νου­με τις σω­μα­τι­κές και στο­χα­στι­κές δια­στά­σεις της. Και απο­λαμ­βά­νου­με και τη δια­δι­κα­σία της κα­τα­γρα­φής της πε­ρι­πλά­νη­σης. Τό­τε, πράγ­μα­τι, εί­ναι λά­φυ­ρο ένα μο­λύ­βι.



Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

Elizabeth F. Evans & Sarah E. Cornish (επιμ.), Woolf and the City. Liverpool University Press 2010.
Bryony Randall & Jane Goldman, Virginia Woolf in Context. Cambridge University Press 2013.
Christine Reynier, Virginia Woolf’s Good Housekeeping Essays. Routledge 2019.
Maria DiBattista, “Virginia Woolf's Sense of Adventure”. Literature Compass, 4:1, Ιαν. 2007.
Sara Gerend, Street Haunting: Phantasmagorias of the Modern Imperial Metropolis”. Literature Compass, 4:1, Noέμ. 2006.
Cheryl Hindrichs, ”Feminist Optics and Avant-Garde Cinema: Germaine Dulac’s The Smiling Madame Beudet and Virginia Woolf's Street Haunting”. Feminist Studies, 35:2, Κα­λο­καί­ρι 2009.
Dragoş Ivana, “A City of One’s Own: Appropriating London in Virginia Woolf’s Portrait of a Londoner”: British and American Studies Journal, 28, 2022.
Marie Laniel, “Revisiting a Great Man’s House”, Carlyle Studies Annual, 24, 2008.
Agnieszka Pantuchowicz, “The Haunting Presence of the Feminine: Virginia Woolf in the Streets of London”. Avant, 8:2, 2017.
Liedeke Plate, “Walking in Virginia Woolf’s footsteps: Performing cultural memory”. European journal of cultural studies, 9:1, 2006.
Sonita Sarker, ”Locating a Native Englishness in Virginia Woolf's The London Scene”. NWSA Journal 13:2, 2001.
Tracy Seeley, “Virginia Woolf’s Street Haunting and the Art of Digressive Passage”: Fourth Genre: Explorations in Nonfiction, 15:1, Άνοι­ξη 2013.
Susan Squier, “The London Scene: Gender and Class in Virginia Woolf’s London”. Twentieth Century Literature, τόμ. 29, τχ. 4, Φθι­νό­πω­ρο 1983.
Yu-ching Wang, "We Are No Longer Quite Ourselves": Rethinking Vulnerability in Virginia Woolf's Street Haunting: A London Adventure". Tamkang Review, 52:1, Δεκ. 2021.
Alice Wood, “Made To Measure: Virginia Woolf in Good Housekeeping magazine”. History, Theory, Criticism, 32:1, 2010.
Andrea P.  Zemgulys, “Night and Day Is Dead": Virginia Woolf in London Literary and Historic”: Twentieth Century Literature, 46:1, Άνοι­ξη 2000.

Η Βιρ­τζί­νια Γουλφ του Πά­βλου Χα­μπί­δη